Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Η Μισταρκά

Είδες Λενού την Ροδαφνού, που ‘ταν σγιαν το μερσίνη
πως εν σηκώνει τζεφαλή
που τον καμόν της τον πολλή,
ηντα λοής εγίνη;

Όποιος τη δει τα κλάματα λούνεται άβολα του
τζιαι δκιαλοάται τα κακά
πο ‘σχει η μαύρη μισταρκά
τζιαι κρουζει η καρκιά του.

Παίρνουν τις κόρες τους φτωχούς
έσσο τους να δουλέψουν,
να μάθουσιν νοικοτζυρκόν
μα ο νους τους πάει στο κακόν
ενν άλλα που γυρεύκουν.

Επήρασιν την αρφανήν για να χορτοψουμίσει
μήαρε για να πετσωθεί
μα ‘ταν για να ξετσιπωθεί
τζιαι να παραστρατήσει.

Δκιας τους ένα τραντάφυλλο, τ ‘Απρίλη μυρισμένον
κρόννοιχτον τέλια δροσινόν
τζαι ρίφκουν το μες το στενόν
χαμέ ξιφυλλισμένον.

Εσούνι δκιας τους μυρωδκιά μα τζινοι δκιουν σου δρώμα
δκιας τους ζωή τζιαι προκοπή
τιμήν που ενν έσσει ποκοπίν
τζίνοι μίζαρον φτώμα.

Αλοίμονον κόρη Λενού, η ποδκιαντραποσύνη
αν πει τζιαι ξαπλωθεί πολλά
εννα ψορκάσει που σωστά
η νιότη, η παιδκιοσύνη.

Κυπρικό ποιήμα

Όπως απαγγέλθει από την Αγγελική Τζιάζα (Κέντρο Ενηλίκων Αμαργέτης)

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

άβο(υ)λα, επιρρ. [άβουλος] παρά τη θέληση κάποιου
δκιαλοούμαι [αρχ. διλογίζομαι] κάνω διάλογο με τον εαυτό μου
δροσινός, ο [μτγν. δροσινός] δροσερός
κρόννοιχτος, ο [κροννοίω "<" άκρο + νοίγω] λίγο ανοιχτός, ανοιχτός στην άκρη λούνεται λούζεται
μήαρε [μήγαρις < μη άρα] μήπως, άραγε μίζαρον, το [μεσν. ημίζαρον ή "<" γαλλ. mise à mort] σάβανο, φόρεμα πεθαμένου μισταρκά, η [μισταρκός] η έμμισθη εργασία, δουλεία, δουλοσύνη
ξετσιπώννω [εκ + τσιππώνω "<" τσίππα + καταλ. – ώννω] αφαιρώ την τσίππα από το γάλα, μτφ. ντροπιάζω, αφαιρώ το προσωπείο ποδκιαντραποσύνη χωρίς ντροπή
σγιαν [αρχ. ως εάν] σαν, όπως
τζιαι και
φτώμα πτώμα, σώμα σε αποσύνθεση, μτφ. δυσωδία
χορτοψουμίζω [χόρτος, το "<"χορτάννω + ψουμίν + καταλ. –ίζω] χορτάνω το ψωμί, κν. ψουμοχορτάννω