Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

ΕΝΑ "ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ" ΤΟΥ Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ

Βρισκόμαστε στο έτος 1878 και στην Ελλάδα κυβερνά οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον γέροντα πια και θρυλικό πυρπολητή Κ. Κανάρη και υπουργό εξωτερικών το Χ. Τρικουπη.

Μια μέρα ειδοποιείται η κυβέρνηση πως στο τελωνείο της Κέρκυρας είχαν ξεφορτωθεί πολλά κιβώτια με πολεμοφόδια, μεταφερόμενα απ' την Κωνσταντινούπολη. Από κει θα τα παραλάβαινε η εταιρεία του αυστριακού Λόϋδ και θα τα μετέφερε με ατμόπλοιο την Πρέβεζα. Με αυτό όμως το τουρκοαυστριακό λαθρεμπόριο παραβιαζόταν κατάφωρα η ελληνική ουδετερότητα, γιατί άφηνε η Ελλάδα να μεταφέρονται απ' τα λιμάνια της πολεμικά υλικά από μια εμπόλεμη χώρα σε άλλη εμπόλεμη επίσης.

Ό Τρικούπης παίρνει αμέσως αμετακίνητη θέση παρά τις πολλές πιέσεις. Τηλεγραφεί στην Κέρκυρα να παρεμποδιστεί η μεταβίβαση των κιβωτίων και να μη φορτωθούν στο ατμόπλοιο που θα αναχωρούσε για την Πρέβεζα. Η διαταγή όμως του υπουργού έφτασε στην Κέρκυρα όταν τα κιβώτια είχαν φορτωθεί σε αυστριακό ατμόπλοιο και ήταν έτοιμο ν' αναχωρήσει.

Το τελωνείο ζητά να μάθει απ' το διπλωματικό αντιπρόσωπο της Αυστρίας και να δηλώσει εγγράφως για που προορίζονταν τα κιβώτια. Παρεμβαίνει και η τουρκική κυβέρνηση που με διακοίνωση της διαμαρτύρεται δια την κατάσχεση των κιβωτίων και ζητά να λάβει ικανοποίηση γιατί τάχα η ελληνική κυβέρνηση, παραβίαζε την ουδετερότητα της χώρας της. Και ειδοποιούσε ότι θα έστελνε δικό της πλοίο να μεταφέρει τα κιβώτια.

Απτόητος ο Τρικούπης απ' τις τουρκικές απειλές καλεί τον Τούρκο πρεσβευτή Φωτιάδη Βέη και του λέει:

«Εν τοιαύτη περιπτώσει, είμαι κι εγώ αναγκασμένος να είπω επισήμως ότι δεν θα επιτρέψωμεν να λάβετε τα κιβώτια ταύτα, και ότι αν υμείς αποστείλετε εις Κέρκυραν πλοίον θα αποστείλωμεν και ημείς εκεί όσην ναυτικήν δύναμιν δυνάμεθα να διαθέσωμεν, όπως προστατεύσωμεν την ουδετερότητα και την εθνικήν υμών αξιοπρέπειαν απέναντι της προσβολής, ήτις μας απειλεί».

Και αμέσως διατάζει τα ευρισκόμενα στον Πειραιά δύο θωρηκτά μας «Γεώργιος» και «Όλγα» να πλεύσουν αμέσως στην Κέρκυρα.

Την εντολή όμως για να ξεκινήσουν τα θωρηκτά έπρεπε να τη δώσει και ο υπουργός των Ναυτικών που ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο Κ. Κανάρης . Όταν ο υπασπιστής του ζήτησε την έγκριση, να ξεκινήσουν τα θωρηκτά, απ' το θρυλικό μπουρλοτιέρη και να αντισταθούν κατά των τουρκικών πλοίων που απειλούσαν με τη βία να παραλάβουν τα κατασχεθέντα στην Κέρκυρα κιβώτια με πολεμοφόδια, εκείνος απάντησε: - «Γράψτε τους κάτω απ' τη διαταγή (που είχε συντάξει ο Τρικούπης) να μη γυρίσουν πίσω, αν δε βουλιάξουν τα τουρκικά!»

- «Μα, ναύαρχε, τραύλισε ο υπασπιστής του, αυτά δε γράφονται στα επίσημα έγγραφα».

- «Αυτό που σου λέω εγώ!» επανέλαβε οργισμένος ο Κανάρης.

Ο άτυχος υπασπιστής είδε κι έπαθε να πείσει τον ένδοξο απόμαχο του μεγάλου Αγώνα ότι η φράση εκείνη δεν ήταν δυνατό να γραφεί σε επίσημο έγγραφο. .

Η τουρκική κυβέρνηση όταν έμαθε πως τα δυο ελληνικά θωρηκτά απέπλευσαν για την Κέρκυρα αναδιπλώθηκε και παράγγειλε στην ελληνική πως παρεξηγήθηκε η διακοίνωση της και πως το ζήτημα θα λυνόταν φιλικά. Το «μολών λαβέ» του Τρικούπη, µε τη συμφωνία και του Κανάρη, είχε προκαλέσει την άμεση υποχώρηση της θρασύδειλης γειτόνισσας µας χώρας.


- Κώστας Δ. Παπαδημητρίου (1993) Ανέκδοτα και Μαρτυρίες απ'τη Νεοελληνική Ιστορία: Γλυκές και Πικρές Στιγμές της Ρωμιοσύνης, Στέργιος Π. Νικόδημος Εκδόσεις & Εμπορία Βιβλία, σσ. 77-79 (ISBN: 960-7371-11-9)

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΝΕΚΡΩΝΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ

Άνοιξη του 1916. Πολεμικά σύννεφα κατέκλυζαν τον ουρανό των Βαλκανίων και οι Βούλγαροι βρίσκονταν στα σύνορά μας έτοιμοι να προελάσουν. Και η Ελλάδα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, Παλάτι και κυβέρνηση το είχαν πάρει απόφαση. Δεν έπρεπε η Ελλάδα να βγει απ τη μακάρια αδράνειά της και να χτυπήσει τους Βούλγαρους, που θα έμπαιναν στη χώρα μας με τους συμμάχους τους Γερμανούς. Αυτό απαιτούσε ο Κάιζερ. Διαφορετικά θα λογιζόταν πως η Ελλάδα θα ήταν σύμμαχος της Αντάντ. Και αυτό δεν το ήθελε με κανέναν τρόπο ο Κωνσταντίνος.

Για να ασφαλισθεί εντελώς η εφαρμογή της βασιλικής πολιτικής, όλος ο στρατός, χιλιάδες μόνιμοι και έφεδροι, εκρατείτο στούς στρατώνες. Εκεί, παρασυρόμενοι απ το κομματικό πάθος και λησμονούντες τον όρκο τους προς την πατρίδα οι αξιωματικοί μάθαιναν τους στρατιώτες τους πως η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει άπρακτη και ουδέτερη και ότι η Γερμανία είναι η μεγάλη δύναμη που στο τέλος θα βγει νικήτρια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο που άρχιζε.

Ο διοικητής του Δ Σώματος Στρατού έλεγε στους στρατιώτες και τούτα:

- "Δε θα σας μιλήσω βρε παιδιά για πόλεμο, για Τούρκους και εθνικά όνειρα. Ας αφήσουμε τους κουτόφραγκους να τρώγονται. Συλλογισθείτε τους κινδύνους του πολέμου, τα κρύα, τις αρρώστιες, την πείνα των οικογενειών σας, τα χωράφια σας. Ο μεγάλος μας Βασιλιάς, με τη μεγάλη του φρόνηση, θα σας στείλει γρήγορα στα σπίτια σας. Φροντίστε τη δουλειά σας και αφήστε τους τρελλούς να γυρεύουν πόλεμο".

Μια μέρα πάλι ενώ ο στρατιωτικός ιερέας του συντάγματος που ήταν στο Πράβιο εξηγούσε στους στρατιώτες τους κινδύνους της Ελλάδας απ τη Βουλγαρία, ο διοικητής του συντάγματος τον διέκοψε απότομα, λέγοντάς του:

- «Ασ’ τους Βουλγάρους, παπά!»

Σε λίγο τα βουλγαρικά στρατεύματα της μεθορίου άρχισαν επιδρομές στο ελληνικό έδαφος. Κατέλαβαν το Σέχοβο. Κακοποιούσαν τους άμαχους πληθυσμούς, αφόπλιζαν Έλληνες στρατιώτες, έκαναν όργια. Και στην Αθήνα ο μητροπολίτης Θεόκλητος κήρυττε από τον άμβωνα των εκκλησιών τυφλήν υπακοήν προς τον άνακτα, που θα οδηγούσε το λαό του στην Κωνσταντινούπολη. Απαγορεύτηκε κάθε λαϊκή εκδήλωση, ακόμα και αποστολή «ικετευτικών τηλεγραφημάτων» προς τον βασιλέα.

Και η σήψη προχωρούσε παρά τις διαμαρτυρίες του Βενιζέλου. Αστυνομικά όργανα μεταμφιεσμένα σε κακοποιούς και περιτρίμματα κοινωνικά στην έμμισθη υπηρεσία της χωροφυλακής με τις οδηγίες των αστυνόμων, διέλυαν τρομοκρατικά κάθε λαϊκή διαδήλωση. Και η αστυνομία διοργάνωνε δικές της διαδηλώσεις, ενώ αξιωματικοί του στρατού έστηναν δολοφονικές ενέδρες εναντίον παραγόντων της βενιζελικής παράταξης.

Και το κακό εγγίζει την παραφροσύνη. Στις 13/26 Μαΐου 1916, βουλγαρικά στρατεύματα με γερμανικό ιππικό από 30-40 ιππείς φάνηκαν στο γεφύρι της Κούλας να βαδίζουν προς το Ρούπελ. Ο διοικητής του οχυρού Μαυρουδής ζητά απ το Γενικό Επιτελείο Στρατού οδηγίες. Απάντηση καμιά και οι Βούλγαροι φτάνουν σε απόσταση βολής. Και ο γενναίος εκείνος αξιωματικός παίρνει μόνος του την απόφαση. Διατάζει πυροβολικό και πεζικό να χτυπήσει στο ψαχνό τους προελαύνοντας, ενώ συγχρόνως τηλεγραφούσε στο διοικητή της μεραρχίας Σερρών:

«Η φρουρά, υπακούσασα εις την φωνήν της πατρίδος, εκτελεί την στιγμήν αυτήν το καθήκον της. Διοικητής Φρουρίου Ρούπελ».

Οι μικροί, ταπεινοί και λησμονημένοι φρουροί έδειξαν πόσο μεγάλοι πατριώτες ήταν. Δεν τους άφησε όμως η αναλγησία των κυβερνώντων να αποτελειώσουν το καθήκον τους. Αργά το απόγευμα ήρθε η διαταγή στο Μαυρουδή, που την έβγαλαν σε κοινή σύσκεψη ο υπουργός των Στρατιωτικών Γιαννακίτσας και ο συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς. Και η συμπλοκή σταμάτησε.

Την άλλη μέρα ο πρωθυπουργός Σκουλούδης τηλεγραφούσε στο

Βούλγαρο πρεσβευτή:

«Λυπούμαι δια το επεισόδιον. Παρακαλώ εκ των προτέρων τον κύριον Ραδοσλάβωφ (πρωθυπουργό της Βουλγαρίας) να δεχτεί να με συγχωρήσει. Δεν υπήρξε κακή πρόθεσις, αλλ' απλώς παρεξήγησις. Ανέμενα την επάνοδον του βασιλέως (που ήταν στα κτήματά του στη Θεσσαλία) για να δώσω ενωρίς τας αναγκαίας διαταγάς».

Και ο Ραδοσλάβωφ απαντά επίσης με τηλεγράφημα:

«Είμαι ικανοποιημένος εκ των εξηγήσεων του Σκουλούδη εις τον οποίον παρακαλώ να διαβιβάσετε τις ευχαριστίες μου».

Σ αυτό το σημείο χαμέρπειας έφτασε το κομματικό πάθος, που το καλλιεργούσε και το δυνάμωνε ο ανεγκέφαλος Κωνσταντίνος. Η περίπτωση παράδοσης του θρυλικού Ρούπελ είναι μελανή σελίδα της ιστορίας μας για την οποία ο Γ. Βεντήρης θα γράψει:

«Μηχανορραφία, ραδιουργία ή προδοσία, το Ρούπελ θα μείνει αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού. Εάν δε εις αιώνας αιώνων υπάρξουν . Έλληνες δια να το λησμονήσουν, το έθνος των θα είναι ανάξιο ν ελευθερίας».

- Κώστας Δ. Παπαδημητρίου (1993) Ανέκδοτα και Μαρτυρίες απ’τη Νεοελληνική Ιστορία: Γλυκές και Πικρές Στιγμές της Ρωμιοσύνης, Στέργιος Π. Νικόδημος Εκδόσεις & Εμπορία Βιβλία, σσ. 157-159 (ISBN: 960-7371-11-9)