Άνοιξη του 1916. Πολεμικά σύννεφα κατέκλυζαν τον ουρανό των Βαλκανίων και οι Βούλγαροι βρίσκονταν στα σύνορά μας έτοιμοι να προελάσουν. Και η Ελλάδα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, Παλάτι και κυβέρνηση το είχαν πάρει απόφαση. Δεν έπρεπε η Ελλάδα να βγει απ τη μακάρια αδράνειά της και να χτυπήσει τους Βούλγαρους, που θα έμπαιναν στη χώρα μας με τους συμμάχους τους Γερμανούς. Αυτό απαιτούσε ο Κάιζερ. Διαφορετικά θα λογιζόταν πως η Ελλάδα θα ήταν σύμμαχος της Αντάντ. Και αυτό δεν το ήθελε με κανέναν τρόπο ο Κωνσταντίνος.
Για να ασφαλισθεί εντελώς η εφαρμογή της βασιλικής πολιτικής, όλος ο στρατός, χιλιάδες μόνιμοι και έφεδροι, εκρατείτο στούς στρατώνες. Εκεί, παρασυρόμενοι απ το κομματικό πάθος και λησμονούντες τον όρκο τους προς την πατρίδα οι αξιωματικοί μάθαιναν τους στρατιώτες τους πως η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει άπρακτη και ουδέτερη και ότι η Γερμανία είναι η μεγάλη δύναμη που στο τέλος θα βγει νικήτρια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο που άρχιζε.
Ο διοικητής του Δ Σώματος Στρατού έλεγε στους στρατιώτες και τούτα:
- "Δε θα σας μιλήσω βρε παιδιά για πόλεμο, για Τούρκους και εθνικά όνειρα. Ας αφήσουμε τους κουτόφραγκους να τρώγονται. Συλλογισθείτε τους κινδύνους του πολέμου, τα κρύα, τις αρρώστιες, την πείνα των οικογενειών σας, τα χωράφια σας. Ο μεγάλος μας Βασιλιάς, με τη μεγάλη του φρόνηση, θα σας στείλει γρήγορα στα σπίτια σας. Φροντίστε τη δουλειά σας και αφήστε τους τρελλούς να γυρεύουν πόλεμο".
Μια μέρα πάλι ενώ ο στρατιωτικός ιερέας του συντάγματος που ήταν στο Πράβιο εξηγούσε στους στρατιώτες τους κινδύνους της Ελλάδας απ τη Βουλγαρία, ο διοικητής του συντάγματος τον διέκοψε απότομα, λέγοντάς του:
- «Ασ’ τους Βουλγάρους, παπά!»
Σε λίγο τα βουλγαρικά στρατεύματα της μεθορίου άρχισαν επιδρομές στο ελληνικό έδαφος. Κατέλαβαν το Σέχοβο. Κακοποιούσαν τους άμαχους πληθυσμούς, αφόπλιζαν Έλληνες στρατιώτες, έκαναν όργια. Και στην Αθήνα ο μητροπολίτης Θεόκλητος κήρυττε από τον άμβωνα των εκκλησιών τυφλήν υπακοήν προς τον άνακτα, που θα οδηγούσε το λαό του στην Κωνσταντινούπολη. Απαγορεύτηκε κάθε λαϊκή εκδήλωση, ακόμα και αποστολή «ικετευτικών τηλεγραφημάτων» προς τον βασιλέα.
Και η σήψη προχωρούσε παρά τις διαμαρτυρίες του Βενιζέλου. Αστυνομικά όργανα μεταμφιεσμένα σε κακοποιούς και περιτρίμματα κοινωνικά στην έμμισθη υπηρεσία της χωροφυλακής με τις οδηγίες των αστυνόμων, διέλυαν τρομοκρατικά κάθε λαϊκή διαδήλωση. Και η αστυνομία διοργάνωνε δικές της διαδηλώσεις, ενώ αξιωματικοί του στρατού έστηναν δολοφονικές ενέδρες εναντίον παραγόντων της βενιζελικής παράταξης.
Και το κακό εγγίζει την παραφροσύνη. Στις 13/26 Μαΐου 1916, βουλγαρικά στρατεύματα με γερμανικό ιππικό από 30-40 ιππείς φάνηκαν στο γεφύρι της Κούλας να βαδίζουν προς το Ρούπελ. Ο διοικητής του οχυρού Μαυρουδής ζητά απ το Γενικό Επιτελείο Στρατού οδηγίες. Απάντηση καμιά και οι Βούλγαροι φτάνουν σε απόσταση βολής. Και ο γενναίος εκείνος αξιωματικός παίρνει μόνος του την απόφαση. Διατάζει πυροβολικό και πεζικό να χτυπήσει στο ψαχνό τους προελαύνοντας, ενώ συγχρόνως τηλεγραφούσε στο διοικητή της μεραρχίας Σερρών:
«Η φρουρά, υπακούσασα εις την φωνήν της πατρίδος, εκτελεί την στιγμήν αυτήν το καθήκον της. Διοικητής Φρουρίου Ρούπελ».
Οι μικροί, ταπεινοί και λησμονημένοι φρουροί έδειξαν πόσο μεγάλοι πατριώτες ήταν. Δεν τους άφησε όμως η αναλγησία των κυβερνώντων να αποτελειώσουν το καθήκον τους. Αργά το απόγευμα ήρθε η διαταγή στο Μαυρουδή, που την έβγαλαν σε κοινή σύσκεψη ο υπουργός των Στρατιωτικών Γιαννακίτσας και ο συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς. Και η συμπλοκή σταμάτησε.
Την άλλη μέρα ο πρωθυπουργός Σκουλούδης τηλεγραφούσε στο
Βούλγαρο πρεσβευτή:
«Λυπούμαι δια το επεισόδιον. Παρακαλώ εκ των προτέρων τον κύριον Ραδοσλάβωφ (πρωθυπουργό της Βουλγαρίας) να δεχτεί να με συγχωρήσει. Δεν υπήρξε κακή πρόθεσις, αλλ' απλώς παρεξήγησις. Ανέμενα την επάνοδον του βασιλέως (που ήταν στα κτήματά του στη Θεσσαλία) για να δώσω ενωρίς τας αναγκαίας διαταγάς».
Και ο Ραδοσλάβωφ απαντά επίσης με τηλεγράφημα:
«Είμαι ικανοποιημένος εκ των εξηγήσεων του Σκουλούδη εις τον οποίον παρακαλώ να διαβιβάσετε τις ευχαριστίες μου».
Σ αυτό το σημείο χαμέρπειας έφτασε το κομματικό πάθος, που το καλλιεργούσε και το δυνάμωνε ο ανεγκέφαλος Κωνσταντίνος. Η περίπτωση παράδοσης του θρυλικού Ρούπελ είναι μελανή σελίδα της ιστορίας μας για την οποία ο Γ. Βεντήρης θα γράψει:
«Μηχανορραφία, ραδιουργία ή προδοσία, το Ρούπελ θα μείνει αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού. Εάν δε εις αιώνας αιώνων υπάρξουν . Έλληνες δια να το λησμονήσουν, το έθνος των θα είναι ανάξιο ν ελευθερίας».
- Κώστας Δ. Παπαδημητρίου (1993) Ανέκδοτα και Μαρτυρίες απ’τη Νεοελληνική Ιστορία: Γλυκές και Πικρές Στιγμές της Ρωμιοσύνης, Στέργιος Π. Νικόδημος Εκδόσεις & Εμπορία Βιβλία, σσ. 157-159 (ISBN: 960-7371-11-9)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου