Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Μαύρος Έχτορας

Και τότε ο Πολυδάμας ζύγωσε τον Έχτορα και του 'πε: 
«Έχτορα, πάντα εσύ στη σύναξη ζητάς να μ’ αποπαίρνεις, 
και που μιλώ σωστά, τι αταίριαστο πολύ ν᾿ αντιμιλήσει 
σε σένα του λαού ένας άνθρωπος, και συντυχιά σαν είναι, 
και πόλεμος· πρεπό ν᾿ αυξαίνουμε τη δύναμη σου πάντα. 
Όμως και τώρα την καλύτερη βουλή θα δώσω, ως ξέρω: 
Όχι, ας μην πάμε να χτυπήσουμε τ᾿ Αργίτικα καράβια᾿ 
τι έτσι θαρρώ θα γένει: αν φάνηκε στ᾿ αλήθεια το σημάδι 
τούτο στους Τρώες, καθώς λογιάζαμε το σκάμα να διαβούμε, 
ένας αϊτός ψηλοπετάμενος ζερβιά μεριά απ᾿ τ᾿ ασκέρι,
κι εκράτα αιματωπό στα νύχια του θεριακωμένο φίδι, 
ακόμα ζωντανό, και το άφησε πριν φτάσει στην κούρνια του, 
και δεν κατάφερε στ᾿ αϊτόπουλα γυρνώντας να το φέρει᾿ 
όμοια και μείς, κι αν τώρα σπάσουμε των Αχαιών τις πόρτες 
και το τειχί με πλήθια δύναμη κι οι Αργίτες κάμουν πίσω, 
τον ίδιο δρόμο δε θα γύρουμε με τάξη απ᾿ τα καράβια. 
Περίσσιους Τρώες εκεί θ᾿ αφήσουμε, που οι Δαναοί, ζητώντας 
να διαφεντέψουν τα καράβια τους, νεκρούς θα ρίξουν κάτω.
Αυτά ένας μάντης θ᾿ αποκρίνουνταν, που θα 'ξερε σημάδια 
να ξεδιαλύνει και θα πίστευε στις συβουλές του ο κόσμος.»
Και τότε ο κρανοσείστης Έχτορας ταυροκοιτώντας του 'πε:
«Τα λόγια ετούτα, Πολυδάμαντα, καθόλου δε μ' αρέσουν·
κι άλλη βουλή να δώσεις δύνεσαι καλύτερη από τούτη.
Όμως αλήθεια, τούτα που 'λεγες, με τα σωστά σου αν τα 'πες,
ατοί τους οι θεοί σου σήκωσαν τα φρένα δίχως άλλο·
που θες του Δία του βροντοσκούταρου το θέλημα καθόλου
να μην ψηφήσουμε, που εσύγκλινε κι έδωσε λόγο ατός του.
Κι εσύ ζητάς στ' ανοιχτοφτέρουγα πουλιά να δώσω πίστη,
που ούτε καθόλου εγώ τα γνοιάζομαι κι ουδέ τα λογαριάζω,
δεξιά, κατά τον ήλιο αν λάμνουνε και την αυγή, ως πετούνε,
για και ζερβά, κατά το σύθολο στα δυτικά σκοτάδι.
Στου Δία μονάχα εμείς το θέλημα ν' ακούσουμε ταιριάζει,
που 'ναι τρανός, και τους αθάνατους και τους θνητούς ορίζει.
Να διαφεντεύεις την πατρίδα σου το πιο καλό σημάδι!
Όμως εσύ γιατί τον πόλεμο και τη σφαγή φοβάσαι;
Κι αν όλοι τώρα εμείς στ' Αργίτικα καράβια σκοτωθούμε
εδώ τρογύρα, εσύ το θάνατο δεν έχεις να φοβάσαι·
τι δε βαστάει σφαγή και πόλεμο καθόλου εσέ η καρδιά σου.
Μ' αν τραβηχτείς από τον πόλεμο, για εσύ για αν κι άλλον κάνεις
ν' αλλάξει γνώμη με τα λόγια σου και τραβηχτεί απ' τη μάχη,
με το κοντάρι τούτο ρίχνοντας μεμιάς θα σε σκοτώσω!»

-          ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ, Μ 210-250

μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή

Ξεχώριζες!
Οι φίλοι σου σε σέβονταν
(λίγοι αυτοί)
Οι οχτροί σου σε φοβούνταν
(στρατός, γαλαζοκόκκινος)
Μα ο φθόνος τους, και απ' το φόβο πιο δυνατός.
Το ήξερες, το ένιωθες...
Είδες ατός σου στα ζεβρά τον ψηλοπετάμενο αϊτό,
άφησε το ματωμένο φίδι κι έπεσε 'μπρος σου.
Ασφαλής η πρόγνωση σου: Θα πέσει η Τροία.
Δεν χαμήλωσες το βλέμμα,
μα συννέφιασε στη σκέψη των παιδιών σου.
Το σημάδι του Δία, ο αλαλαγμός του πολέμου που μεγάλωνε...
Το ένιωθες, το ήξερες!
Όμως στου Πολυδάμαντα τη φωνή, δεν έβρισκες άλλη απόκριση:
"Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρις."

Η ώρα σαν πλησίασε της αθανασίας,
τους γιους σου πάλι σκέφτηκες!

Όπως πρέπει σε μέγα εχθρό, λεοντόκαρδο, που συμφορές και λύπες σπέρνει,
σε έσυραν προς τέρψιν των δειλών.
Περιφορά μπρος σε όλους, να σε δουν... να το πιστέψουν:
Ο στήλλος - έπεσε,
ο ρωμαλέος - σέρνεται,
το φόβητρο... Θάφτηκε.
Και χάρηκαν οι οχτροί... γαλάζιοι και κόκκινοι.

Μόνο οι γιοι σου έκλαψαν...
Και (τις αφέγγαρες νύχτες) κλαίνε ακόμη.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Δεύτε λάβετε φώς

Λαμπάδιασες σύγκορμος!

Κι όμως,
δεν έλαβαν απ' το φως σου παρά ελάχιστοι.
Σαν έπαψε η φωτιά να σου τρώει το κορμί, έσβησες απ' τη μνήμη των πολλών.
Χωρίς να εκδικηθούν το θάνατο σου, τον αποδέχτηκαν (κάποιοι ίσως με ανακούφιση).

Έμεινε μόνο η σκιά σου·
το ύψος της δεν ενοχλούσε τους νάνους.
Ο φάρος κατακρημνίστηκε·
το φως του τάραζε τους χθόνιους.
Η φωτιά που άναψες, αφέθηκε·
η θέρμη της βασάνιζε τους ψυχρόαιμους.

Η φλόγα σου δεν συνεπήρε τους πολλούς,
δεν έγινε λαίλαπα,
μόνο έμεινε η στάχτη σου, να τη σκορπίζει ο άνεμος.

Και η κοπέλα που σε περίμενε, τι έγινε;

Σίγουρα οι χθόνιοι την καταφρόνησαν, επειδή  την αγάπησε ο αετός.
Σίγουρα οι νάνοι την άφησαν στην άκρη, μην τους θυμίζει το μπόι τους.
Σίγουρα την ανάγκασαν να ζήσει...
Ας είναι, έτσι το ήθελες και εσύ.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Οδός Ηρώων

Την ώρα του μεγάλου Αποχωρισμού,
ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
Δεν είχες πλέον χρόνο για ένα στερνό Αντίο.

Δεν είναι που μετάνιωσες για πράξεις και αποφάσεις,
ήσουν έτοιμος από καιρό για τη μεγάλη θυσία,
μόνος σου επέλεξες να φυλάξεις Θερμοπύλες,
γνωρίζοντας, ότι το όνειρο θα σκοτώσει ο Εφιάλτης.
Δεν σ' ένοιαζε η φωτιά, η αντάρα της μάχης, ο θάνατος.
Ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
δεν είχες πλέον χρόνο για ένα στερνό Συγνώμη.

Δεν είναι ότι θα 'κανες κάτι αλλιώς,
εκούσια βάδισες το μονοπάτι που χάραξε η μοίρα,
μονάχος έθεσες το καθήκον υπέρ εαυτόν.
Ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
δεν είχες άλλο χρόνο... να της τον χαρίσεις.

3 Μαρτίου 2012

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Σιγή

Μέσα του το ήξερε καλά: η σιωπή είναι χρυσός...
και αφότου αγόρευε,
πικρή επιγευση έφερνε η ανασκοπιση των αληθειών του

Γιατί μέσα του το ήξερε καλά:
οι άλαλοι και οι ψυθιριστες πολλοί γύρω του,
δικτυωμένοι, δυνατοί ωσάν γίνουν ομάδα και αδίστακτοι...

με όραμα κοινό: την ηρεμία της απόλυτης ησυχίας!