Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Αυξεντίου

του Δημήτρη Ψαθά (8 Μαρτίου 1957)

Οι Γερμανοί του πολέμου – οι λεγόμενοι χιτλερικοί – μας φέρνουν φρίκη. Κι’ όσες φορές μας έρχονται στην θύμηση, φέρνουν μαζί τους την ανάμνηση ενός απαίσιου βραχνά. Γι’αυτό δεν θέλουμε να τους μελετάμε και να τους θυμόμαστε. Όμως να που οι… καλοί μας φίλοι και μεγάλοι σύμμαχοι, οι ευγενείς και πολιτισμένοι τζέντλεμεν της Μεγάλης Βρεταννίας μας αναγκάζουν να τους θυμόμαστε τόσο συχνά και –το χειρότερο- να κάνουμε συγκρίσεις. Εις βάρος ποιου είναι οι συγκρίσεις, αυτό ας το κρίνει ο θεός, που τόσο ευλαβούνται οι θεοσεβείς μυλόρδοι του Υπουργείου των Αποικιών και της κομπανίας των ξετσίπωτων αποικιοκρατών της συντηρητικής Αγγλίας.
Όταν, λοιπόν, οι ορδές του Χίτλερ χύθηκαν με μανία κατά της Ελλάδος που αγωνίζονταν τον αγώνα της ζωής και του θανάτου κι’ έχει κατεξευτελίσει τον βραχνοκόκορα της Ρώμης – μια χούφτα Ελλήνων πολεμιστών τις κράτησε στα χαρακώματα της λεγόμενης γραμμής Μεταξά. Οι Γερμανοί απαίτησαν και ζήτησαν απ’ τους τρελλούς εκείνους Έλληνες να πραδοθούν. Οι Έλληνες, πιστοί στις παραδόσεις τους, αρνήθηκαν περήφανα κι’ οι Γερμανοί απάντησαν με χείμαρρο πυρός. Ύστερα από ώρες τα πάντα εσίγησαν κι’ όταν οι εχθροί μπήκαν στα χαρακώματα βρήκαν σκοτωμένους όλους τους Έλληνες πολεμιστές. Τότε ο επί κεφαλής των Γερμανών αξιωματικός στάθηκε απορημένος και συγκινημένος και είπε στους στρατιώτες του:
- Αυτοί είναι άνδρες! Έτσι θέλω να πολεμάτε και εσείς!
Κι’ ύστερα διέταξε ν’αποδοθούν τιμές στους Έλληνες νεκρούς και να ταφούν τα κορμιά τους όπως άξιζε. Δεν μας συγκίνησε ποτέ η συγκίνηση του Γερμανού αξιωματικού γιατί πιστεύουμε ότι μέσα και στου πιο βάρβαρου πολεμιστή ακόμα την ψυχή υπάρχει κάποια γωνίτσα όπου σώζονται τα υπολείματα της ανθρωπιάς του στρατιώτη. Από σάρκα και οστά είναι πλασμένος και αυτός. Το μεγαλείο της ψυχής του αντιπάλου κι’ η περιφρόνηση του θανάτου για χάρη της λευτεριάς, έρχεται και η στιγμή που θαμπώνει.
Αλλά προτού φτάσουμε στα γεγονότα τα σημερινά που αφορούν την συμπεριφορά του «πολιτισμένου» Εγγλέζου σέρ Τζών Χάρτινγκ θ’ανοίξουμε ακόμα μια σελίδα της Ιστορίας μας για να δούμε την συμπεριφορά ενός άλλου βάρβαρου πολεμιστή, γνωστού για την θηριωδία του –του Ιμπραήμ πασά- κατά του οποίου αντιτάχθηκε ο εθνικός μας ήρωας Παπαφλέσσας. Όταν, λοιπόν, έπεσε ο ήρωας, με τον γνωστόν τρόπο στον άνισο εκείνο αγώνα, πήγε ο Ιμπραήμ, γεμάτος θαυμασμό, έσκυψε απάνω στο κορμί του και τον φίλησε στο μέτωπο κατασυγκινημένος.
Ναι, φίλτατοι μυλόρδοι!... Θυμηθήκαμε τις σελίδες τούτες – και πόσες άλλες θα μπορούσαμε να θυμηθούμε- γιατί προ ημερών στην Κύπρο συνέβη ένα γεγονός παρόμοιο, από την μια πλευρά. Απ’την άλλη πλευρά του ηρωισμού που αφίνει κατάπληκτους εμάς τους κοινούς ανθρώπους και μπάζει τον ήρωα στην Ιστορία. Πρόκειται για το παλληκάρι εκείνο που φέρνει τα’όνομα Αυξεντίου και που στάθηκε περήφανα κατάντικρυ στον θάνατο να πολεμήση μόνο του – ένας αυτός εναντίον ολόκληρου στρατού!
- Παραδόσου! του είπαν οι Εγγλέζοι.
- Όχι!...
Με ψυχραιμία, με πειθώ έβγαλε τους συμπολεμιστές του απ’ την σπηλιά. Και στρώθηκε να συνεχίση μόνος του την μάχη. Ένας αυτός! Και γύρω ο στρατός του «ηρωϊκού» δήμιου της Κύπρου. Βροχή η φωτιά. Κατακλυσμός οι σφαίρες. Δέκα ώρες είχε πολεμήσει πριν με τους συντρόφους του. Και τώρα κρατούσε ολομόναχος την άμυνα. Δύο ώρες καθόταν εκεί με τα’ όπλο στο χέρι, πολεμιστής-ημίθεος της λευτεριάς, ώσπου, ύστερα από πολλές προσπάθειες, ντροπιασμένος ο στρατός του Χάρτινγκ, έρριξε δυναμίτη και τίναξε την σπηλιά… από μακρυά! Ο ήρωας Αυξεντίου μπήκε στην Αθανασία για να συντροφέψη άλλους Έλληνες απ’ τις Θερμοπύλες, απ’ το Μεσολόγγι, απ’ το Ζάλογγο, απ΄ το Κούγκι, απ’ το Αρκάδι.
Κι’ ο αντίπαλος του ο Εγγλέζος τι νάκανε τάχα; Έψαξε μέσα του να βρη ένα ψίχουλο ανθρωπιάς η μεγαλοψυχίας δανεισμένο έστω απ’ τα κτήνη του Χίτλερ ή απ’ τον βάρβαρο Ιμπραήμ; Όχι, βέβαια. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ για τον Χάρτινγκ κι’ ούτε το περιμέναμε. Ο Χάρτινγκ με τους «μεγάλους» και «πολιτισμένους μας συμμάχους» έκανε κάτι άλλο που δείχνει το μέτρο της λύσσας και της ποταπότητας τους.
- Δεν ήταν ηρωϊσμός αυτός, μας λένε. Ήταν… αυτοκτονία!...
Να συνεχίσω; Αλλά όχι αδελφοί. Γιατί κι’ εγώ –ο γράφων- αηδιάζω, κι’ εσάς θέλω να σας απαλλάξω απ’ την αηδία.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα στις 8 Μαρτίου 1957.

Πηγή: Κυπριακοί Αντικατοπτρισμοί: Αθήνα 1955-1959, 100-κείμενα Ελλήνων διανοούμενων για τον αγώνα της Κύπρου

Δεν υπάρχουν σχόλια: