Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Χαίρε... Χάροντα

Ζύγιασε την τιμή και τη ζωή του και
το βάρος της ζωής δεν άξιζε την τιμή του.

Να ήταν απόφαση της στιγμής, της ώρας, της μέρας...
ή πορεία προδιαγεγραμμένη;
Επιλογή μήπως δική του
ή της Λάχεσης;

Την έφερνε λέω, μέσα του, τέτοια κατάληξη
ωρίμαζε από καιρό, έρεε στο αίμα του.
Ήταν προειλημμένη... και τόσο δική του, τόσο ψύχραιμη, τόσο μελετημένη.
Στην Άτροπο, έλαχε απλώς το τέρμα της κλωστής να δείξει!

Αντίκρισε κατάματα τον Χάροντα και δεν δείλιασε.
Τον χαιρέτισε μ ένα γνέψιμο.

Μα η ματιά του σάστισε τον βαρκάρη των ψυχών,
δεν το 'χε συνήθεια να αντικρίζει μάτια στο ύψος με τα μάτια του, ξαφνιάζεται.
Το σκοτεινό βλέμμα του γιού της Νύχτας χάνει την προσήλωση του,
προς στιγμής ο Χθόνιος χαμηλώνει τη ματιά.
Πισωπατεί το Τέλος, κοντοστέκεται,δεν δίνει το μοιραίο κτύπημα.
Δοκιμάζει τις αντοχές, η αιώνια Θλίψη θαυμάζει το κουράγιο, αργά ρουφά τη δύναμη.

Και ο μελλοθάνατος, μεταξύ ζωής και μη ζωής, για στιγμές ατελείωτες, βασανισμένες,
στέκεται όρθιος με δεκανίκι μια δύσκολη απόφαση -που λήφθηκε τόσο εύκολα.

Για μια στιγμή, αναποφάσιστος, ζητάει... χρόνο˙ "περισσότερο χρόνο",
μια μόνο στιγμή, ανθρώπινη, φευγαλέα.

Δεν δειλιάζει, δεν ελπίζει, ακολουθεί απλά το μόνο δρόμο που ήξερε,
το δρόμο της Αρετής.