Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

ΕΝΑ "ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ" ΤΟΥ Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ

Βρισκόμαστε στο έτος 1878 και στην Ελλάδα κυβερνά οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον γέροντα πια και θρυλικό πυρπολητή Κ. Κανάρη και υπουργό εξωτερικών το Χ. Τρικουπη.

Μια μέρα ειδοποιείται η κυβέρνηση πως στο τελωνείο της Κέρκυρας είχαν ξεφορτωθεί πολλά κιβώτια με πολεμοφόδια, μεταφερόμενα απ' την Κωνσταντινούπολη. Από κει θα τα παραλάβαινε η εταιρεία του αυστριακού Λόϋδ και θα τα μετέφερε με ατμόπλοιο την Πρέβεζα. Με αυτό όμως το τουρκοαυστριακό λαθρεμπόριο παραβιαζόταν κατάφωρα η ελληνική ουδετερότητα, γιατί άφηνε η Ελλάδα να μεταφέρονται απ' τα λιμάνια της πολεμικά υλικά από μια εμπόλεμη χώρα σε άλλη εμπόλεμη επίσης.

Ό Τρικούπης παίρνει αμέσως αμετακίνητη θέση παρά τις πολλές πιέσεις. Τηλεγραφεί στην Κέρκυρα να παρεμποδιστεί η μεταβίβαση των κιβωτίων και να μη φορτωθούν στο ατμόπλοιο που θα αναχωρούσε για την Πρέβεζα. Η διαταγή όμως του υπουργού έφτασε στην Κέρκυρα όταν τα κιβώτια είχαν φορτωθεί σε αυστριακό ατμόπλοιο και ήταν έτοιμο ν' αναχωρήσει.

Το τελωνείο ζητά να μάθει απ' το διπλωματικό αντιπρόσωπο της Αυστρίας και να δηλώσει εγγράφως για που προορίζονταν τα κιβώτια. Παρεμβαίνει και η τουρκική κυβέρνηση που με διακοίνωση της διαμαρτύρεται δια την κατάσχεση των κιβωτίων και ζητά να λάβει ικανοποίηση γιατί τάχα η ελληνική κυβέρνηση, παραβίαζε την ουδετερότητα της χώρας της. Και ειδοποιούσε ότι θα έστελνε δικό της πλοίο να μεταφέρει τα κιβώτια.

Απτόητος ο Τρικούπης απ' τις τουρκικές απειλές καλεί τον Τούρκο πρεσβευτή Φωτιάδη Βέη και του λέει:

«Εν τοιαύτη περιπτώσει, είμαι κι εγώ αναγκασμένος να είπω επισήμως ότι δεν θα επιτρέψωμεν να λάβετε τα κιβώτια ταύτα, και ότι αν υμείς αποστείλετε εις Κέρκυραν πλοίον θα αποστείλωμεν και ημείς εκεί όσην ναυτικήν δύναμιν δυνάμεθα να διαθέσωμεν, όπως προστατεύσωμεν την ουδετερότητα και την εθνικήν υμών αξιοπρέπειαν απέναντι της προσβολής, ήτις μας απειλεί».

Και αμέσως διατάζει τα ευρισκόμενα στον Πειραιά δύο θωρηκτά μας «Γεώργιος» και «Όλγα» να πλεύσουν αμέσως στην Κέρκυρα.

Την εντολή όμως για να ξεκινήσουν τα θωρηκτά έπρεπε να τη δώσει και ο υπουργός των Ναυτικών που ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο Κ. Κανάρης . Όταν ο υπασπιστής του ζήτησε την έγκριση, να ξεκινήσουν τα θωρηκτά, απ' το θρυλικό μπουρλοτιέρη και να αντισταθούν κατά των τουρκικών πλοίων που απειλούσαν με τη βία να παραλάβουν τα κατασχεθέντα στην Κέρκυρα κιβώτια με πολεμοφόδια, εκείνος απάντησε: - «Γράψτε τους κάτω απ' τη διαταγή (που είχε συντάξει ο Τρικούπης) να μη γυρίσουν πίσω, αν δε βουλιάξουν τα τουρκικά!»

- «Μα, ναύαρχε, τραύλισε ο υπασπιστής του, αυτά δε γράφονται στα επίσημα έγγραφα».

- «Αυτό που σου λέω εγώ!» επανέλαβε οργισμένος ο Κανάρης.

Ο άτυχος υπασπιστής είδε κι έπαθε να πείσει τον ένδοξο απόμαχο του μεγάλου Αγώνα ότι η φράση εκείνη δεν ήταν δυνατό να γραφεί σε επίσημο έγγραφο. .

Η τουρκική κυβέρνηση όταν έμαθε πως τα δυο ελληνικά θωρηκτά απέπλευσαν για την Κέρκυρα αναδιπλώθηκε και παράγγειλε στην ελληνική πως παρεξηγήθηκε η διακοίνωση της και πως το ζήτημα θα λυνόταν φιλικά. Το «μολών λαβέ» του Τρικούπη, µε τη συμφωνία και του Κανάρη, είχε προκαλέσει την άμεση υποχώρηση της θρασύδειλης γειτόνισσας µας χώρας.


- Κώστας Δ. Παπαδημητρίου (1993) Ανέκδοτα και Μαρτυρίες απ'τη Νεοελληνική Ιστορία: Γλυκές και Πικρές Στιγμές της Ρωμιοσύνης, Στέργιος Π. Νικόδημος Εκδόσεις & Εμπορία Βιβλία, σσ. 77-79 (ISBN: 960-7371-11-9)

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΝΕΚΡΩΝΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ

Άνοιξη του 1916. Πολεμικά σύννεφα κατέκλυζαν τον ουρανό των Βαλκανίων και οι Βούλγαροι βρίσκονταν στα σύνορά μας έτοιμοι να προελάσουν. Και η Ελλάδα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, Παλάτι και κυβέρνηση το είχαν πάρει απόφαση. Δεν έπρεπε η Ελλάδα να βγει απ τη μακάρια αδράνειά της και να χτυπήσει τους Βούλγαρους, που θα έμπαιναν στη χώρα μας με τους συμμάχους τους Γερμανούς. Αυτό απαιτούσε ο Κάιζερ. Διαφορετικά θα λογιζόταν πως η Ελλάδα θα ήταν σύμμαχος της Αντάντ. Και αυτό δεν το ήθελε με κανέναν τρόπο ο Κωνσταντίνος.

Για να ασφαλισθεί εντελώς η εφαρμογή της βασιλικής πολιτικής, όλος ο στρατός, χιλιάδες μόνιμοι και έφεδροι, εκρατείτο στούς στρατώνες. Εκεί, παρασυρόμενοι απ το κομματικό πάθος και λησμονούντες τον όρκο τους προς την πατρίδα οι αξιωματικοί μάθαιναν τους στρατιώτες τους πως η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει άπρακτη και ουδέτερη και ότι η Γερμανία είναι η μεγάλη δύναμη που στο τέλος θα βγει νικήτρια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο που άρχιζε.

Ο διοικητής του Δ Σώματος Στρατού έλεγε στους στρατιώτες και τούτα:

- "Δε θα σας μιλήσω βρε παιδιά για πόλεμο, για Τούρκους και εθνικά όνειρα. Ας αφήσουμε τους κουτόφραγκους να τρώγονται. Συλλογισθείτε τους κινδύνους του πολέμου, τα κρύα, τις αρρώστιες, την πείνα των οικογενειών σας, τα χωράφια σας. Ο μεγάλος μας Βασιλιάς, με τη μεγάλη του φρόνηση, θα σας στείλει γρήγορα στα σπίτια σας. Φροντίστε τη δουλειά σας και αφήστε τους τρελλούς να γυρεύουν πόλεμο".

Μια μέρα πάλι ενώ ο στρατιωτικός ιερέας του συντάγματος που ήταν στο Πράβιο εξηγούσε στους στρατιώτες τους κινδύνους της Ελλάδας απ τη Βουλγαρία, ο διοικητής του συντάγματος τον διέκοψε απότομα, λέγοντάς του:

- «Ασ’ τους Βουλγάρους, παπά!»

Σε λίγο τα βουλγαρικά στρατεύματα της μεθορίου άρχισαν επιδρομές στο ελληνικό έδαφος. Κατέλαβαν το Σέχοβο. Κακοποιούσαν τους άμαχους πληθυσμούς, αφόπλιζαν Έλληνες στρατιώτες, έκαναν όργια. Και στην Αθήνα ο μητροπολίτης Θεόκλητος κήρυττε από τον άμβωνα των εκκλησιών τυφλήν υπακοήν προς τον άνακτα, που θα οδηγούσε το λαό του στην Κωνσταντινούπολη. Απαγορεύτηκε κάθε λαϊκή εκδήλωση, ακόμα και αποστολή «ικετευτικών τηλεγραφημάτων» προς τον βασιλέα.

Και η σήψη προχωρούσε παρά τις διαμαρτυρίες του Βενιζέλου. Αστυνομικά όργανα μεταμφιεσμένα σε κακοποιούς και περιτρίμματα κοινωνικά στην έμμισθη υπηρεσία της χωροφυλακής με τις οδηγίες των αστυνόμων, διέλυαν τρομοκρατικά κάθε λαϊκή διαδήλωση. Και η αστυνομία διοργάνωνε δικές της διαδηλώσεις, ενώ αξιωματικοί του στρατού έστηναν δολοφονικές ενέδρες εναντίον παραγόντων της βενιζελικής παράταξης.

Και το κακό εγγίζει την παραφροσύνη. Στις 13/26 Μαΐου 1916, βουλγαρικά στρατεύματα με γερμανικό ιππικό από 30-40 ιππείς φάνηκαν στο γεφύρι της Κούλας να βαδίζουν προς το Ρούπελ. Ο διοικητής του οχυρού Μαυρουδής ζητά απ το Γενικό Επιτελείο Στρατού οδηγίες. Απάντηση καμιά και οι Βούλγαροι φτάνουν σε απόσταση βολής. Και ο γενναίος εκείνος αξιωματικός παίρνει μόνος του την απόφαση. Διατάζει πυροβολικό και πεζικό να χτυπήσει στο ψαχνό τους προελαύνοντας, ενώ συγχρόνως τηλεγραφούσε στο διοικητή της μεραρχίας Σερρών:

«Η φρουρά, υπακούσασα εις την φωνήν της πατρίδος, εκτελεί την στιγμήν αυτήν το καθήκον της. Διοικητής Φρουρίου Ρούπελ».

Οι μικροί, ταπεινοί και λησμονημένοι φρουροί έδειξαν πόσο μεγάλοι πατριώτες ήταν. Δεν τους άφησε όμως η αναλγησία των κυβερνώντων να αποτελειώσουν το καθήκον τους. Αργά το απόγευμα ήρθε η διαταγή στο Μαυρουδή, που την έβγαλαν σε κοινή σύσκεψη ο υπουργός των Στρατιωτικών Γιαννακίτσας και ο συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς. Και η συμπλοκή σταμάτησε.

Την άλλη μέρα ο πρωθυπουργός Σκουλούδης τηλεγραφούσε στο

Βούλγαρο πρεσβευτή:

«Λυπούμαι δια το επεισόδιον. Παρακαλώ εκ των προτέρων τον κύριον Ραδοσλάβωφ (πρωθυπουργό της Βουλγαρίας) να δεχτεί να με συγχωρήσει. Δεν υπήρξε κακή πρόθεσις, αλλ' απλώς παρεξήγησις. Ανέμενα την επάνοδον του βασιλέως (που ήταν στα κτήματά του στη Θεσσαλία) για να δώσω ενωρίς τας αναγκαίας διαταγάς».

Και ο Ραδοσλάβωφ απαντά επίσης με τηλεγράφημα:

«Είμαι ικανοποιημένος εκ των εξηγήσεων του Σκουλούδη εις τον οποίον παρακαλώ να διαβιβάσετε τις ευχαριστίες μου».

Σ αυτό το σημείο χαμέρπειας έφτασε το κομματικό πάθος, που το καλλιεργούσε και το δυνάμωνε ο ανεγκέφαλος Κωνσταντίνος. Η περίπτωση παράδοσης του θρυλικού Ρούπελ είναι μελανή σελίδα της ιστορίας μας για την οποία ο Γ. Βεντήρης θα γράψει:

«Μηχανορραφία, ραδιουργία ή προδοσία, το Ρούπελ θα μείνει αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού. Εάν δε εις αιώνας αιώνων υπάρξουν . Έλληνες δια να το λησμονήσουν, το έθνος των θα είναι ανάξιο ν ελευθερίας».

- Κώστας Δ. Παπαδημητρίου (1993) Ανέκδοτα και Μαρτυρίες απ’τη Νεοελληνική Ιστορία: Γλυκές και Πικρές Στιγμές της Ρωμιοσύνης, Στέργιος Π. Νικόδημος Εκδόσεις & Εμπορία Βιβλία, σσ. 157-159 (ISBN: 960-7371-11-9)

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αισθηματικό διήγημα (Στον Κώστα Κουλουφάκο)

"Ο πατέρας του του 'λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο...»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιος τα θυμάται...)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το 'δωσε ο μεγάλος αδερφός
επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
-είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο-πολύ τα πράγματα να σφίγγουν-
πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα' σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το' σωσε ο ... ή ο ... μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες δεν το ξέρω,
κι η ζωή θέλει σκληρότητα -μένα μου λες- και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ' όξω
(Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
-όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως-
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι' αυτή τη δόλια την πατρίδα
και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «... για
θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
που τα 'πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν, πολύ καλύτερα από μένα
πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας
όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι της Τζάκυ ή το
ψυγείο «Κελβινέιτορ»)."

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αισθηματικό διήγημα : Στον Κώστα Κουλουφάκο
Από τη συλλογή 'Ο στόχος' (1970)

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Αύγουστος - Σεπτέμβριος 1922:

Απέξω άκουγες:

"Γκιαούρ, παρά ιστιόρ, ατς καπουΐ, γκιαούρ, παρά ιστιόρ!" που θα πει: "Ανοίξε την πόρτα, άπιστε, λεφτά θέλω!"

Για περισσότερες από δεκαπέντε μέρες, τόσο κράτησε τελικά η Καταστροφή, χτυπούσαν τις πόρτες μας και φώναζαν:
"Τσικάρ παρά (Δώσε μας λεφτά!)" και "Βερ παρά, τσικάρ παρά, παρά ιστιόρ!" Λεφτά... λεφτά... λεφτά... Όλη αυτή η αγριότητα γινόταν τελικά, για τα λεφτά...

'Ενας άλλος ήχος, που με στοιχειώνει ακόμα και τώρα, είναι τα μουγκανίσματα και τα μουγκρητά των ζώων· σκυλία, γάτες, κατσίκια, γαϊδούρια, μουλάρια βογκούσαν μαζί μας...

[...]

Ένα καινούριο μπουλούκι Τούρκων έφτασε κι άρχισε να βροντά την πόρτα.

"Ατς καπουΐ! (Ανοίξτε). Εμείς είμαστε στρατιώτες Δεν θα σας σκοτώσουμε! Θα μας δώσετε λεφτά και θα φύγουμε!"

Βλέπω τον Βασίλη τον Κιρμιζή, ένα λεβεντάνθρωπο με στριμμένες μουστάκες, που γνώριζε πολύ καλά τα τουρκικά, γιατί είχε κάνει στα τουρκικά δικαστήρια, να μαζεύει απ'τους τρομαγμένους ανθρώπους βραχιόλια και να τους τα δίνει. Χορτάτοι απ'τη λία τους, οι Τούρκοι έφυγαν.

Μετά από λίγη ώρα, όμως, η σκηνή επαναλήφθηκε και αυτό έγινε αρκετές φορές. [...]

Μια από τις περιπόλους δήλωσε πως ήθελε ν'ανεβεί στο σπίτι. Τι να κάναμε; Να τους λέγαμε "όχι"; Μπαίνουν οι Τούρκοι μέσα κι ανεβαίνουν στον πάνω όροφο που ήμασταν μόνο κοπέλες. Ένας απ'αυτούς κράταγε ένα μαντήλι, καμπάνι, πελώριο, δεμένο στις άκρες του, και το περιέφερε σαν δίσκο σε εκκλησία, μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η προσφορά δεν ήταν εθελοντική· ήταν άκρως αναγκαστική!

"Τσικάρ παρά!" φώναζε και κάποια στιγμή φτάνει δίπλα μου, σε μια κοπελλίτσα, και της ζητάει τα σκουλαρίκια που φορούσε. Η κοπέλα προσπάθησε να ξεκουμπώσει το σκουλαρίκι για να το δώσει, αλλά επειδή τα χέρια της έτρεμαν απ'το φόβο της αργούσε, και τότε αυτός τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αφτί και ρίχνει στο μαντήλι αφτί και σκουλαρίκι μαζί!

Εγώ ήμουν η επόμενη. Φορούσα ασημένια βραχιόλια, σταυρό και σκουλαρίκια -αυτά ήταν τα καθημερινά μας κοσμήματα, όχι τα καλά μας με τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια- και ξεκουμπώνοντας τα σκουλαρίκια μου παρακαλώ τη Βαγγελίστρια να με βοηθήσει να τα βγάλω και να μην πετρώσουν τα χέρια μου απ'την τρομάρα και της τάζω, αν ζήσω, να μην ξαναβάλω ποτέ στη ζωή μου σκουλαρίκι! Η μεγαλόχαρη με λυπήθηκε και μ'ακουσε· ... [...]

Δεν ξέρω που βρήκαμε όλοι όσοι επιζήσαμε τη δύναμη να βλέπουμε Τούρκους να πιάνουν ένα μωρό, να το πνίγουν ή να του κόβουν το λαιμουδάκι του κι ύστερα να το πετάνε κάτω σαν σκουπίδι! Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που μας έκανε κι αντέξαμε αυτές τις εικόνες, που λες κι έβγαιναν απ'την Κόλαση, και δεν τρελαθήκαμε ομαδικά! [...]

Κάποιοι προσπάθησαν να φτάσουν μέχρι τη Μητρόπολη, να καταγγείλουν στους υπεύθυνους πως οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν τη συμφωνία τους να μην πείράξουν τους Έλληνες. Ανάμεσα τους βρέθηκα κι εγώ -παρασυρμένη μάλλον απ'τη λαοθάλασσα... Στη διαδρομή αυτή είδα το μεγαλύτερο μακελειό. Γυρίζω κάποια στιγμή να μιλήσω στη διπλανή μου, Βαγγελιώ τη λέγανε, και βλέπω ένα κορμί να πέφτει το δρόμο χωρίς κεφάλι! Στρίβουμε αριστερά, πέφτουμε πάνω σε πολυβόλα που γάζωναν ότι κινούνταν, αδιακρίτως. Στρίβουμε δεξιά, φλόγες λαμπαδιάζουν τα πάντα στο διάβα τους! Σε μια στιγμή μέσα σ'αυτο τον πανικό, βλέπω ένα άντρα μ'ένα αγοράκι να κρέμεται απ'το χέρι του. Το κοτσάκι είχε τρελαθεί και φώναζε: "Παρά, να, παρά, να!" (Πάρτε λεφτά! Πάρτε λεφτά!)

Προσπαθούμε να μπούμε σε κάποιο σπίτι - είναι Τούρκοι ακόμα μέσα και σκοτώνουν! Προσπαθούμε να μπούμε σ'ένα άλλο... έχει φουντώσει η φωτιά μέσα του! Δίπλα μου κάποιος Τούρκος βιάζει μια Ελληνοπούλα, που ουρλιάζει σπαραξικάρδια!


- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 118-124



«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»

"[...] Στις 16 Σεπτεμβρίου ήρθε η διαταγή να φύγουμε. Που θα πηγαίναμε;

Πιστεύαμε πως, όπου κι αν πηγαίναμε, θα πηγαίναμε για να μας σφάξουν, όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτα για να τ’αλλάξουμε αυτό.

Μας βγάζουν έξω και μας στήνουν σε σειρές. Εκεί, θυμάμαι, έχασα και τα παπούτσια μου. Τα κράταγα στα χέρια μου και με το στρίμωγμα και με το σπρώξιμο μου έπεσαν και τα’χασα. Προχωράμε και κατεβαίνουμε στο Μπαλαλάκι. Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο μπλόκο και μας έψαχναν όλους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κάποιοι άντρες είχαν γλυτώσει γιατί τους είχαμε ντύσει γυναικεία. Σ’εκείνο το μπλόκο, όμως, όλους ανεξαιρέτως τους έγδυναν, τους έβγαζαν τα μαντίλια, κι όταν έβρισκαν κάποιον άντρα μεταμφιεσμένο σε γυναίκα τον λιντσάριζαν και τον σκότωναν επιτόπου.

Όλοι ήμασταν βρόμικοι και τα ρούχα μας είχαν κουρελιαστεί, αλλά εμείς οι κοπέλες πασαλείβαμε το πρόσωπο μας με λάσπη και βάζαμε ό,τι κουρέλια βρίσκαμε στην πλάτη μας, για να δείχνουμε καμπούρες και άσχημες, για να γλυτώσουμε τον βιασμό.

Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος των εξαθλιωμένων ανθρώπων, που οι στρατιώτες, που υποτίθεται πως μας συνόδευαν, μας έχασαν, κι εμείς τρέξαμε με όση δύναμη μας είχε απομείνει τα πέντε χιλιόμετρα που μας έμεναν μέχρι τη Σκάλα, το Λεμάν Τεπεσί. Εκεί βρίσκονταν ελληνικά φορτηγά πλοία που τα είχαν επιτάξει Αμερικανοί και μερικά αμερικάνικά. Οι Κλαζομένες ή Λοιμοκαθαρτήριο , όπως λεγόταν επίσης η περιοχή ήταν χερσόνησος. Εκεί αρχίσαμε να μπαίνουμε σε ό,τι πλοίο βρίσκαμε μπροστά μας, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Τα πτώματα στη θάλασσα έφταναν μέχρι το ύψος του μόλου. Πατούσαμε πάνω σε ανθρώπινες σάρκες και κόκκαλα που είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Δυο μέρες και δυο νύχτες μείναμε όρθιοι στην παραλία περιμένοντας να μπούμε σε κάποιο πλοίο. Χιλιάδες κόσμος, απελπισμένος και εξαθλιωμένος, με μάτια άδεια απ' τα όσα είχαμε δει και την ψυχή ματωμένη απ' τον πόνο της απώλειας των αγαπημένων μας. Κάρα άδειαζαν πεθαμένους δίπλα μας, όπου έβρισκαν. Το βράδυ, όταν οι Τούρκοι άρχιζαν να βιάζουν και να κακοποιούν όποια γυναίκα έβρισκαν, οι Αμερικανοί άναψαν τους προβολείς των πλοίων και τους έριξαν πάνω μας, για να σταματήσουν κάπως το κακό. Φωνές ακούγονταν: "Τα γυναικόπαιδα να μπαρκάρουν πρώτα!" -θαρρείς και υπήρχε και κανένας άντρας ανάμεσά μας... "


- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 136-137


«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»

Τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο δεν θρέφει η γη

Ουδέν ακιδνότερον γαία τρέφει ανθρώποιο
πάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει.

Ου μεν γαρ ποτέ φησι κακόν πείσεσθαι οπίσσω,
όφρ’ αρετήν παρέχωσι θεοί και γούνατ’ ορώρη˙
αλλ’ ότε δη και λυγρά θεοί μάκαρες τελέωσι,
και τα φέρει αεκαζόμενος τετληότι θυμώ.

Τοιος γαρ νόος εστίν επιχθονίων ανθρώπων
οίον επ΄΄ημαρ άγησι πατήρ ανδρών τε θεών τε.
"και γαρ εγώ ποτ’ έμελλον εν ανδράσιν όλβιος είναι,
πολλά δ’ ατάσθαλ’ έρεξα βίη και κάρτεϊ είκων,
πατρί τ’ εμώ πίσυνος και έμοισι κασιγνήτοισι.
τω μη τις ποτε πάμπαν ανήρ αθεμίστιος είη,
αλλ’ ο γε σιγή δώρα θεών έχοι, όττι διδοίεν."


Τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο δεν θρέφει η γη απ’ όλα πάνω της αναπνέουν και κινούνται. Γιατί ποτέ δεν πιστεύει ότι θα πάθει κακό, όταν οι θεοί του δίνουν υγεία και τα γόνατά του είναι δυνατά. Αλλά και όταν δώσουν και τα θλιβερά οι αθάνατοι θεοί, και αυτά τ’αντέχει με υπομονή. Γιατί έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι, όποια μέρα κι αν τους φέρει ο πατέρας των θεών. Γιατί κι εγώ κάποτε ήμουν ευτυχής ανάμεσα στους άντρες και πολλά σφάλματα έκανα παρασυρμένος από το θάρρος και τη δύναμη μου, στηριζόμενος στον πατέρα μου και τους αδελφούς μου. Γι’αυτό κανένας άντρας ποτέ να μην είναι άδικος, αλλά σιωπηλά ν’ απολαμβάνει τα δώρα των θεών που του δίνουν.


- Όμηρος. Οδύσσεια σ’ §130-142
(μετάφραση Παναγιώτης Γιαννακόπουλος)

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Ονήσιλος

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του’ χε απομείνει:
ένα καύκαλο
- το δικό του κρανίο -
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσες του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτε να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.

Άλλο δεν άντεξε.

Άρπαξε το καύκαλο του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κι έγειρα νεκρός.

Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

Παντελής Μηχανικός. Κατάθεση (1975)

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Η επανάσταση του Σαλαμίνιου Ονήσιλου, γιού του Χέρσι

103. Έτσι, λοιπόν, πολέμησαν τότε, αλλά ύστερα οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν εντελώς τους Ίωνες και ενώ ο Αρισταγόρας τους παρακαλούσε κι έστελνε πολλούς απεσταλμένους, του αποκρίθηκαν ότι δεν θα τους βοηθήσουν. Οι Ίωνες, παρόλο που στερήθηκαν την συμμαχία των Αθηναίων, δεν εσταμάτησαν τις προετοιμασίες τους για να πολεμήσουν τον βασιλιά˙ σε τέτοιο σημείο είχαν φτάσει οι σχέσεις τους με τον Δαρείο. Πήγαν με στόλο στον Ελλήσποντο και μπόρεσαν να πάρουν µε το μέρος τους το Βυζάντιο και όλες τις άλλες πόλεις της περιοχής. Έπειτα βγήκαν από τον Ελλήσποντο και κατάφεραν να προσεταιριστούν το μεγαλύτερο μέρος τής Καρίας. Ακόμη και η Καύνος, που πρώτα δεν ήθελε να γίνει σύμμαχος τους, δέχτηκε όταν έκαψαν τις Σάρδεις.
104. Οι Κύπριοι όλοι συμμάχησαν μαζί τους αυθόρμητα, έκτος από τους Αμαθουσίους. Και οι Κύπριοι είχαν επαναστατήσει εναντίον των Mήδων κατά τον έξης τρόπο: ο Ονήσιλος όταν ο νεώτερος αδελφός του Γόργου, του βασιλιά της Σαλαμίνας, γιος του Χέρσι, εγγονός του Σιρώμη και δισέγγονος του Ευέλθοντος. Ο Ονήσιλος αυτός από καιρό παρακινούσε τον αδελφό του Γόργο να επαναστατήσει εναντίον του βασιλιά. Τότε, όταν πληροφορήθηκε ότι οι Ίωνες είχαν επαναστατήσει, άρχισε να επιμένει πολύ. Αλλά επειδή δεν έπειθε τον Γόργο παραφύλαξε και όταν ο αδελφός του βγήκε από την πολιτεία της Σαλαμίνας, ο Ονήσιλος με τους συντρόφους του τον έκλεισαν έξω από τις πύλες. Ο Γόργος που δεν μπορούσε να μπει στην πολιτεία του, κατέφυγε στους Μήδους. Ο Ονήσιλος πήρε την εξουσία στην Σαλαμίνα και έπεισε όλους τους άλλους Κυπρίους να επαναστατήσουν και αυτοί. Τους έπεισε όλους, έκτος από τους Αμαθουσίους που πήγε και τους πολιόρκησε
105. O Ονήσιλος, λοιπόν, πολιορκούσε την Αμαθούντα. Όταν ο Δαρείος έμαθε ότι οι Αθηναίοι και οι Ίωνες είχαν κυριέψει και είχαν κάψει τις Σάρδεις και ότι ψυχή όλης της εκστρατείας και της συνεργασίας ήταν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, λένε ότι δεν έκανε κανένα λόγο για τους Ίωνες, γιατί ήξερε καλά ότι δεν θα έμεναν ατιμώρητοι γιατί την εκδίκηση τους, αλλά ρώτησε ποιοί είναι οι Αθηναίοι. Όταν τον πληροφόρησαν ζήτησε το τόξο του, πέρασε ένα βέλος και τόξευσε προς τον ουρανό, λέγοντας, καθώς πετούσε το βέλος στον αέρα: «Δία, ας μου δοθεί χάρη να εκδικηθώ τους Αθηναίους.» Και αφού το είπε, διέταξε έναν υπηρέτη του να του λέει τρεις φορές πριν από το δείπνο: «Δέσποτα, μη λησμονείς τους Αθηναίους.»
106. Αφού έδωσε αυτές τις διαταγές, παράγγειλε να παρουσιαστεί μπροστά του ο Μιλήσιος Ιστιαίος, που τον κρατούσε ο Δαρείος κοντά του από πολύν καιρό, και του είπε: «Πληροφορήθηκα, Ιστιαίε, ότι ό αντιπρόσωπος σου, στον οποίο άφησες την διοίκηση της Mιλήτου, επαναστάτησε εναντίον μου. Έφερε εναντίον μου στρατιώτες από την άλλη ήπειρο και μαζί με τους Ίωνες, που θα μου το πληρώσουν, τους οδήγησε στις Σάρδεις για να μου τις πάρει. Πώς τώρα μπορείς να τα δικαιολογήσεις αυτά; Πώς χωρίς τις δικές σου τις συμβουλές επιχειρήθηκε τέτοιο πράγμα; Κοίταξε καλά μήπως αργότερα βρεθείς κι εσύ κατηγορούμενος.» Ο Ιστιαίος αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, πώς μπορείς να λες ότι εγώ ήταν δυνατό να σκεφτώ πράγμα που θα σου προκαλούσε μικρή ή μεγάλη δυσαρέσκεια; Τι θα επιζητούσα κάνοντας τέτοιο πράγμα, και τι μου λείπει; Έχω τα όσα καλά έχεις εσύ και με θεωρείς άξιο να ξέρω την κάθε σκέψη σου. Αλλά αν ο αντιπρόσωπος μου έκανε τέτοιο πράγμα, όπως είπες, ξέρε ότι μόνος του έδρασε. Πάντως εγώ δεν παραδέχομαι με κανέναν τρόπο ότι ο αντιπρόσωπός μου και οι Μιλήσιοι δρουν εναντίον σου, αλλά αν έκαναν τέτοιο πράγμα και τα όσα άκουσες είναι αλήθεια, βασιλιά μου, κατάλαβε τώρα τι πέτυχες, παίρνοντας με από της παραθαλάσσιες περιοχές. Όταν οι Ίωνες έπαψαν να με βλέπουν, έκαναν εκείνο που από πολύν καιρό ήθελαν να κάνουν. Αν ήμουν στην Ιωνία, καμιά πολιτεία δεν θα είχε κινηθεί. Τώρα άφησέ με αμέσως να φύγω για την Ιωνία, για να ξαναφέρω την τάξη και να σου παραδώσω δέσμιο τον αντιπρόσωπό μου αυτόν της Μιλήτου, που τα μηχανεύτηκε όλα τούτα. Κι αφού τα εκτελέσω αυτά σύμφωνα με τις διαταγές σου, ορκίζομαι στους θεούς της οικογενείας σου να μην αλλάξω τα ρούχα με τα οποία θα πάω στην Ιωνία, προτού αναγκάσω το νησί Σαρδώ, το μεγαλύτερο που υπάρχει, να σου γίνει φόρου υποτελής.
107. Λέγοντάς τα αυτά, ο Ιστιαίος παραπλανούσε τον Δαρείο, ο οποίος πείστηκε όμως και τον άφησε να φύγει, δίνοντας του εντολή να γυρίσει πίσω στα Σούσα μόλις εκτελέσει τα όσα του είχε υποσχεθεί.
108. Ενώ έφτανε έως τον Δαρείο η πληροφορία για τις Σάρδεις και ο Δαρείος, τοξεύοντας τον ουρανό φώναζε και τον Ιστιαίο και του μιλούσε, και ο Ιστιαίος με την αδεία του βασιλιά ξεκινούσε για τα παραθαλάσσια, σ' όλο αυτό το διάστημα γίνονταν τα έξης: Ενώ ο Σαλαμίνιος Ονήσιλος πολιορκούσε τους Αμαθουσίους, έφτασε η πληροφορία ότι έρχεται με μεγάλο στόλο και πολύν περσικό στρατό ο Πέρσης Αρτύβιος, που τον περίμεναν στην Κύπρο. Όταν ο Ονήσιλος το πληροφορήθηκε, έστειλε κήρυκες στην Ιωνία ζητώντας βοήθεια˙ και οι Ίωνες χωρίς να το πολυσκεφτούν ξεκίνησαν με πολλά καράβια. Οι Ίωνες έφτασαν στην Κύπρο όταν και οι Πέρσες, διαβαίνοντας με καράβια από την Κιλικία προχωρούσαν πεζοί προς την Σαλαμίνα, ενώ οι Φοίνικες με τα καράβια περιέπλεαν το ακρωτήριο που ονομάζεται Κλείδες της Κύπρου.
109. Όταν συνέβηκαν αυτά, οι τύραννοι της Κύπρου συγκέντρωσαν τους στρατηγούς των Ιώνων και τους είπαν: «Ίωνες, σας επιτρέπομε εμείς οι Κύπριοι να διαλέξετε ποιόν από τους εχθρούς θέλετε να πολεμήσετε, τους Πέρσες ή τους Φοίνικες. Αν θέλετε να πολεμήσετε στην στεριά εναντίον των Περσών, είναι η στιγμή να βγείτε από τα καράβια σας και να παραταχτείτε, ενώ εμείς θα μπούμε στα καράβια σας για να αντιμετωπίσω με τους Φοίνικες Αν προτιμάτε ν' αντιμετωπίσετε τους Φοίνικες, πολεμήστε τους αλλά ό,τι και αν προτιμήσετε έχετε χρέος να καταβάλετε κάθε προσπάθεια ώστε και η Ιωνία και η Κύπρος να γίνουν ελεύθερες.» Σ' αυτά οι Ίωνες αποκρίθηκαν: «Η ιωνική συμμαχία μας έστειλε εδώ για να φρουρούμε την θάλασσα και όχι για να παραδώσουμε τα καράβια μας σε Κυπρίους και να πολεμήσουμε στην στεριά με τους Πέρσες. Εμείς, λοιπόν, θα κάνωμε ό,τι μπορούμε για να φανούμε γενναίοι εκεί όπου ταχθήκαμε και σεις να θυμηθείτε τι παθαίνατε όταν ήσαστε δούλοι των Περσών και να πολεμήσετε γενναία.»
110. Αυτά αποκρίθηκαν σε Ίωνες. Και μετά, όταν έφτασαν οι Πέρσες στην πεδιάδα της Σαλαμίνας, οι Κύπριοι βασιλείς αντιπαρέταξαν τον στρατό τους ολόκληρο και διάλεξαν τους καλύτερους από τους Σαλάμινους και τους Σολίους για να τους βάλουν αντίκρυ στους Πέρσες. Ο Ονήσιλος μόνος του προτίμησε να παραταχτεί αντίκρυ στον Αρτύβιο.
111. Ό Αρτύβιος είχε ένα άλογο που όταν μαθημένο να στέκεται όρθιο απέναντι ενός οπλίτη. Ο Ονήσιλος το έμαθε και φώναξε τον ιπποκόμο του, έναν Κάρα, που ήξερε καλά από πολεμική τέχνη και ήταν γενναίος, και του είπε: «Μαθαίνω ότι το άλογο του Αρτύβιου είναι μαθημένο να σηκώνεται όρθιο και να σκοτώνει με τα πόδια και τα δόντια όποιον σταθεί μπροστά του. Σκέψου και πες μου αμέσως, ποιόν από τους δυο θέλεις να παραμονέψεις και να χτυπήσεις, το άλογο ή τον Αρτύβιο;» Ο Ιπποκόμος αποκρίθηκε: "Βασιλιά μου, είμαι έτοιμος να κάνω και τα δυο ή το ένα από τις δυο και πάντως ό,τι με διατάξεις. Θέλω όμως να σου πω ποιό είναι το καλύτερο για σένα. Ένας βασιλιάς ή ένας στρατηγός, νομίζω ότι χρέος έχει ν’ αναμετρηθεί με βασιλιά ή με στρατηγό. Αν σκοτώσεις στρατηγό, το κατόρθωμα θα είναι μεγάλο, αν πάλι, ό μη γένοιτο, σκοτωθείς από αντάξιό σου, η συμφορά θα είναι μικρότερη. Άφησε μας λοιπόν εμάς τους υπηρέτες να χτυπηθούμε με υπηρέτες και με το άλογο, και μη φοβάσαι τα τεχνάσματα του αλόγου. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθεί πια ποτέ μπροστά σε κανέναν.»
112. Αυτά είπε κι αμέσως μετά άρχισε ή μάχη και στην στεριά και στην θάλασσα. Στην ναυμαχία οι Ίωνες πολέμησαν σπουδαία εκείνη την ημέρα και νίκησαν τους Φοίνικες. Καλύτερα απ' όλους πολέμησαν οι Σάμιοι. Στην πεζομαχία, μόλις οι δυο παρατάξεις συγκρούστηκαν, έγιναν τα έξης: ο Αρτύβιος προχώρησε προς τον Ονήσιλο με το άλογό του. Ο Ονήσιλος, όπως είχε συμφωνήσει με τον ιπποκόμο του, χτύπησε τον Αρτύβιο που ερχόταν και το άλογο του Πέρση όρθωσε τα πόδια του απάνω στην ασπίδα του Ονήσιλου. Εκείνη την στιγμή ο δούλος έκοψε τα πόδια του αλόγου με δρεπάνι. Έτσι λοιπόν ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος και το άλογό του κυλίστηκαν χάμω
113. Απάνω στην μάχη ο τύραννος του Κουρίου Στησήνωρ αυτομόλησε με το τμήμα του, που ήταν αρκετά σημαντικό. Λέγεται ότι το Κούριο είναι αποικία του Άργους. Μόλις αυτομόλησαν οι Κούριοι, τα πολεμικά άρματα των Σαλαμινίων έκαναν το ίδιο και μ' αυτό οι Πέρσες υπερίσχυσαν και οι Κύπριοι άρχισαν να φεύγουν. Σκοτώθηκαν πολλοί, μεταξύ τους και ο Ονήσιλος του Χέρσι που είχε οργανώσει την επανάσταση των Κυπρίων, και ο βασιλιάς των Σολίων Αριστόκυπρος του Φιλοκύπρου, αυτού του ίδιου Φιλοκύπρου που τον επαίνεσε σε ποίημά του ο Σόλων περισσότερο από κάθε άλλον τύραννο.
114. Οι Αμαθούσιοι, επειδή τους είχε πολιορκήσει, έκοψαν το κεφάλι του Ονήσιλου, το πήγαν στην πολιτεία τους και το κρέμασαν στις πύλες. Καθώς κρεμόταν το κεφάλι και με τον καιρό κούφιανε, μπήκε μέσα ένα σμάρι μέλισσες και το γέμισε με κερήθρα. Όταν έγινε αυτό, οι Αμαθούσιοι ρώτησαν το μαντείο και τους δόθηκε χρησμός να κατεβάσουν το κεφάλι και να το θάψουν και κάθε χρονιά να κάνουν στον Ονήσιλο εορτές σαν σε ήρωα και όλα θα τους πάνε πολύ καλύτερα.
115. Οι Αμαθούσιοι τα έκαναν αυτά, ακόμα και στα δικά μου χρόνια. Οι Ίωνες που είχαν ναυμαχήσει στην Κύπρο, όταν έμαθαν τί είχε συμβεί στον Ονήσιλο και ότι έκτος από την Σαλαμίνα οι άλλες πολιτείες της Κύπρου ήσαν πολιορκημένες, την Σαλαμίνα την είχαν παραδώσει οι Σαλαμίνιοι στον προηγούμενο βασιλιά τους Γόργο, έφυγαν με τα καράβια τους για την Ιωνία. Από τις πολιορκημένες πολιτείες της Κύπρου περισσότερο αντιστάθηκαν οι Σόλοι. Την κυρίεψαν μετά από πέντε μήνες οι Πέρσες, αφού υπονόμευσαν το τείχος που την περιέβαλλε.
116. Έτσι, λοιπόν, οι Κύπριοι, μετά από ένα χρόνο ελευθερία υποδουλώθηκαν πάλι. [...]

Ηροδότου Ιστοραία - Τερψιχόρη §103-115

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Πέμπτη Φάλαγγα

Πέμπτη Φάλαγγα
Έτσι ονομάζεται η εντός μιας πολιορκούμενης πόλης ή εμπόλεμης χώρας εκδηλωθείσα προπαγάνδα επ΄ ωφελεία του εχθρού. Το είδος αυτό της προπαγάνδας μπορεί να είναι είτε εγχώριο (εσωτερική), είτε εξωτερική (εκ του εχθρού) και εκδηλώνεται με διασπορά ψευδών ειδήσεων ( ραδιοφωνικές ανακοινώσεις ή έντυπες). Η πέμπτη φάλαγγα χρησιμοποιείται από τον εχθρό για υπόσκαψη της άμυνας παρέχοντας πληροφορίες στον εχθρό μέχρι και διενεργώντας δολιοφθορές.

Ο όρος πέμπτη φάλαγγα (quinta columna) πλάστηκε κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) όταν στη πολιορκία της Μαδρίτης εκτός από τις τέσσερις φάλαγγες του στρατού που έκαναν την επίθεση κατά της πόλης, υπήρχε και εντός αυτής, σημαντική μερίδα πληθυσμού υπέρ των πολιορκητών η οποία και υπέσκαπτε τη θέση των υπερασπιστών.

Σύμφωνα με εκδοχή, ο όρος "πέμπτη φάλαγγα" καθιερώθηκε από τον υπερασπιστή της Μαδρίτης, στρατηγό Χοσέ Μιάχα Μενάδ, ο οποίος, όταν άκουσε ότι τέσσερις φάλαγγες βαδίζουν κατά της Μαδρίτης, απάντησε ότι: "φοβούμαι μόνο την πέμπτη".

Η Μαδρίτη ήταν σε πολιορκία λόγω του ισπανικού εμφύλιου πόλεμου (1936-1939) από τις δυνάμεις του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο. Οι δημοκρατικές δυνάμεις κράτησαν την πόλη για τρία χρόνια, μέχρι που τελικά υπέκυψαν το 1939. Λίγο πριν το πτώση της Μαδρίτης οι υποστηρικτές της χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα και πολεμούσαν μεταξύ τους. Υπερνίκησε η πλευρά του στρατηγού Σεγκιμούντο Κασάτο ο οποίος ήταν υπέρ της διαπραγμάτευσης μια ευνοϊκής παράδοσης. Μετά την νίκη της μη κομουνιστικής παράταξης του στρατηγού Κασάτο εναντίων της κουμουνιστικής παράταξης των Δημοκρατικών, ο στρατηγός Φράνκο (που ήθελε άνευ όρων παράδοσης της πόλης) εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της Μαδρίτης και την κατέλαβε. Παρά τις προσπάθειες του Κασάτο για διαπραγμάτευση, πολλοί από τους Δημοκρατικούς υπερασπιστές της Μαδρίτης ήταν ανάμεσα στους περίπου 200,000 εκτελεσθέντες από το καθεστώς του στρατηγού Φράγκο μεταξύ του 1939 και 1943.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Μάχη στις θερμοπύλες

201. Αυτή, λοιπόν, ήταν η θέση του Ξέρξη και του στρατού του στην Τραχινία της Μηλίδας, ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα στενά που είναι γνωστά στους ντόπιους ως Πύλες, αυτά που οι υπόλοιποι Έλληνες ονομάζουν Θερμοπύλες. Εκεί βρίσκονταν τα δύο αντίπαλα στρατεύματα, από τα οποία το ένα είχε τον έλεγχο όλης της περιοχής βόρεια από την Τραχίνα και το άλλο όλων των εκτάσεων προς το νότο.

202. Η ελληνική δύναμη που περίμενε την άφιξη του Ξέρξη απαρτιζόταν από τα εξής τμήματα: τριακόσιους πεζούς με βαρύ οπλισμό από τη Σπάρτη, πεντακόσιους από την Τεγέα κι άλλους τόσους από τη Μαντίνεια, εκατόν είκοσι από τον Ορχομενό της Αρκαδίας και χίλιους από την υπόλοιπη Αρκαδία· από την Κόρινθο υπήρχαν τετρακόσιοι άνδρες, από τον Φλειούντα άλλοι διακόσιοι και από τις Μυκήνες οδόντα. Εκτός απ’ αυτά τα στρατεύματα από την Πελοπόννησο, υπήρχαν ακόμα τμήματα από τη Βοιωτία, με επτακόσιους άνδρες από τις Θεσπιές κι άλλους τετρακόσιους από τη Θήβα.

203. Οι Οπούντιοι Λοκροί και Οι Φωκείς υπάκουσαν επίσης στο πολεμικό κάλεσμα• οι πρώτοι έστειλαν όλους τους μάχιμους άνδρες που είχαν και οι τελευταίοι χίλιους. Οι Έλληνες είχαν πείσει τις δυο αυτές πόλεις να συμμετάσχουν στην επιχείρηση στέλνοντας μήνυμα ότι αυτοί ήταν απλώς η εμπροσθοφυλακή κι ότι το κύριο σώμα του συμμαχικού στρατού αναμενόταν από μέρα σε μέρα. Η θάλασσα, από την άλλη μεριά, φυλασσόταν καλά από τον στόλο των Αθηναίων, των Αιγινητών και άλλων ναυτικών δυνάμεων. Έτσι, δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται, γιατί δεν ήταν θεός αυτός που απειλούσε την Ελλάδα αλλά θνητός και δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει άνθρωπος που να έχει γεννηθεί απαλλαγμένος από την πιθανότητα να αντιμετωπίσει κακοτυχίες στη ζωή του· και μάλιστα, όσο σπουδαιότερος ο άνδρας, τόσο μεγαλύτερη η κακοτυχία. Ο τωρινός εχθρός τους δεν αποτελούσε εξαίρεση· ήταν κι αυτός θνητός και, αργά ή γρήγορα, οι προσδοκίες του θα διαψεύδονταν. Η έκκληση έφερε αποτέλεσμα και Οπούντιοι Λοκροί και οι Φωκείς έστειλαν τα στρατεύματά τους στην Τραχίνα.

204. Τα τμήματα των διάφορων εθνών διοικούνταν το καθένα από δικούς του αξιωματικούς, αλλά γενικός διοικητής του στρατού ήταν ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας που απέλαυε και του θαυμασμού όλων. [...]
Οι τριακόσιοι άνδρες που οδήγησε στις Θερμοπύλες διαλέχτηκαν από τον ίδιο κι είχαν όλοι γιους. Πήρε επίσης μαζί του τους Θηβαίους που ανέφερα, κάτω από τις διαταγές του Λεοντιάδη, γιου του Ευρύμαχου. Ο λόγος που αποφάσισε να πάρει στρατό από τη Θήβα και μόνο απ αυτήν, ήταν ότι οι Θηβαίοι είχαν δημιουργήσει υποψίες για φιλικά αισθήματα προς την Περσία· έτσι, τους κάλεσε να πάνε στις Θερμοπύλες για να δει αν θα ανταποκρίνονταν ή θα αρνούνταν ανοιχτά να γίνουν μέλη της συμμαχίας. Εκείνοι έστειλαν πράγματι στρατό, αλλά δεν έπαψαν να τρέφουν κρυφή συμπάθεια για τον εχθρό.

206. Ο Λεωνίδας κι οι τριακόσιοι άνδρες του ξεκίνησαν από τη Σπάρτη πριν το κύριο σώμα του στρατού, για να ενθαρρύνουν με την εμφάνισή τους τους άλλους συμμάχους να πολεμήσουν και να τους εμποδίσουν να αυτομολήσουν στον εχθρό, πράγμα που ήταν ικανοί να κάνουν, αν έβλεπαν ότι οι Σπαρτιάτες δίσταζαν· είχαν σκοπό, όταν θα τελείωναν τα Κάρνεια (αυτή η γιορτή εμπόδιζε τους Σπαρτιάτες να πάνε στο πεδίο της μάχης), να αφήσουν μια φρουρά ασφαλείας στην πόλη και να ξεκινήσουν με όλο το διαθέσιμο στρατό τους. Τα άλλα συμμαχικά κράτη αποφάσισαν να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο, αφού την ίδια ακριβώς εποχή έτυχε να γίνονται σι Ολυμπιακοί αγώνες. Κανείς τους δεν περίμενε ότι η μάχη των Θερμοπυλών θα κρινόταν τόσο γρήγορα —Κι αυτός ήταν ο λόγος που έστειλαν μόνο μια εμπροσθοφυλακή.

207. Έτσι είχαν σκεφτεί να πράξουν. Ο Περσικός στρατός είχε πλησιάσει τώρα στο πέρασμα κι οι Έλληνες, αμφιβάλλοντας ξαφνικά για το αν είχαν τη δύναμη αντισταθούν, έκαναν συμβούλιο για να συζητήσουν την προοπτική υποχώρησης. Οι Πελοποννήσιοι υποστήριξαν την άποψη ότι ο στρατός έπρεπε να αποσυρθεί στην Πελοπόννησο και να οργανώσει την αντίστασή του στον Ισθμό. Όταν όμως σι Φωκείς και οι Λοκροί εξέφρασαν την αγανάκτησή τους γι’ αυτή την αλλαγή του σχεδίου, ο Λεωνίδας πήρε το μέρος τους κι είπε ότι θα έμεναν εκεί όπου βρίσκονταν, στέλνοντας έκκληση για βοήθεια σε όλα τα συμμαχικά κράτη, αφού ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρός για να αποκρούσει τον Περσικό στρατό.

208. Όσο γινόταν αυτό το συμβούλιο, ο Ξέρξης έστειλε έναν ιππέα να υπολογίσει τη δύναμη του Ελληνικού στρατού και να παρατηρήσει τι έκαναν οι άνδρες. Προτού ακόμα φύγει από τη Θεσσαλία, είχε μάθει ότι είχε συγκεντρωθεί εκεί ένα μικρό σώμα στρατού, οδηγημένο από τους Λακεδαιμονίους με αρχηγό τον Λεωνίδα, απόγονο του Ηρακλή. Ο Πέρσης ιππέας πλησίασε το στρατόπεδο κι έκανε μια προσεκτική επιθεώρηση σε ό,τι μπορούσε να δει —που δεν ήταν, φυσικά, όλος ο στρατός, αφού οι άνδρες στη μέσα πλευρά του τείχους, που το φρουρούσαν μετά την ανοικοδόμηση του, δεν φαίνονταν από ‘κείνο το σημείο. Αυτός, πάντως, περιεργάστηκε αυτούς που είχαν καταλύσει έξω από το τείχος. Εκείνη τη στιγμή, έτυχε να βρίσκονται εκεί οι Σπαρτιάτες και μερικοί απ’ αυτούς γυμνάζονταν, ενώ άλλοι χτένιζαν τα μαλλιά τους. Ο Πέρσης κατάσκοπος τους κοίταζε κατάπληκτος· παρ’ όλα αυτά, τους μέτρησε, παρατήρησε ό,τι άλλο έπρεπε να ξέρει και γύρισε με ηρεμία στο στρατόπεδο του. Κανείς δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον πιάσει ούτε του έδωσαν καμία σημασία. Εκεί, είπε στον Ξέρξη ό,τι είχε δει.

209. Όταν ο Ξέρξης άκουσε αυτά, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, ότι δηλαδή οι Σπαρτιάτες προετοιμάζονταν να σκοτωθούν και να σκοτώσουν όσους μπορούσαν· αυτό του φαινόταν γελοίο. Έτσι, κάλεσε τον Δημάρατο, γιο του Αρίστωνα, που τον ακολουθούσε στην εκστρατεία, και του επανέλαβε την αναφορά του κατάσκοπου, με την ελπίδα ότι θα ανακάλυπτε τι σήμαινε η συμπεριφορά αυτή των Σπαρτιατών. Ο Δημάρατος απάντησε: «Κάποτε άλλοτε, όταν ξεκινούσαμε αυτή την εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα, σου είχα μιλήσει γι’ αυτούς τους άνδρες. Σου είπα τότε πώς προέβλεπα ότι θα κατέληγε αυτή η επιχείρηση κι εσύ με περιγέλασες. Δεν πασχίζω για τίποτα, βασιλιά, περισσότερο από το να σου αποκαλύψω την αλήθεια· γι’ αυτό, άκουσέ με και τώρα. Αυτοί οι άνδρες βρίσκονται εδώ για να υπερασπιστούν το πέρασμα κι ετοιμάζονται για τη μάχη. Είναι συνήθεια των Σπαρτιατών να περιποιούνται σχολαστικά τα μαλλιά τους, όταν πρόκειται να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους. Σε διαβεβαιώ, όμως, ότι αν νικήσεις αυτούς τους άνδρες και τους υπόλοιπους Σπαρτιάτες που βρίσκονται ακόμα στην πατρίδα τους, δεν υπάρχει άλλο έθνος στον κόσμο που θα τολμούσε να σου αντισταθεί ή να κάνει την παραμικρή κίνηση εναντίον σου. Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το καλύτερο βασίλειο της Ελλάδας, αυτό που έχει τους γενναιότερους άνδρες». Ο Ξέρξης, ανίκανος να πιστέψει τα λόγια του Δημάρατου, αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να αντισταθεί ένας τόσο μικρός στρατός στη δική του δύναμη. Τότε του είπε: «Βασιλιά, θεώρησέ με ψεύτη, αν δεν γίνει αυτό που προέβλεψα».

210. Παρ’ όλα αυτά, ο Ξέρξης και πάλι δεν πείστηκε. Περίμενε, μάλιστα, τέσσερις μέρες, σίγουρος ότι σι Έλληνες θα το έβαζαν στα πόδια· την πέμπτη, όταν αυτοί δεν είχαν κάνει ακόμα καμία κίνηση να αποχωρήσουν και η παρατεινόμενη παρουσία τους του φαινόταν καθαρή αναίδεια και παράτολμη τρέλα, κυριεύτηκε από οργή κι έστειλε τους Μήδους και τους Κισσίους με διαταγή να τους συλλάβουν ζωντανούς και να τους οδηγήσουν μπροστά του. Οι Μήδοι υπάκουσαν και στη συμπλοκή που ακολούθησε σκοτώθηκαν πολλοί· τους αντικαθιστούσαν όμως διαρκώς άλλοι και, παρά τις φοβερές απώλειες, αρνούνταν να παραδεχτούν την ήττα τους. Αυτό απέδειξε σε όλους και, κυρίως, στον ίδιο τον βασιλιά, ότι μπορεί να είχε πολλούς άνδρες στον στρατό του αλλά διέθετε ελάχιστους πολεμιστές. Η μάχη κράτησε όλη την ημέρα.

211. Οι Μήδοι, μετά την πανωλεθρία που υπέστησαν, υποχώρησαν και τη Θέση τους κατέλαβε ο Υδάρνης με τους επιλεγμένους Πέρσες στρατιώτες, που ο βασιλιάς αποκαλούσε Αθάνατους, που εξαπέλυσαν επίθεση απόλυτα σίγουροι ότι θα έδιναν σ’ αυτή την ιστορία ένα γρήγορο κι εύκολο τέλος. Όμως, όταν άρχισε η σύγκρουση, δεν είχαν καλύτερη τύχη από τους Μήδους όλα ήταν ακριβώς όπως και πριν, αφού η μάχη γινόταν σε περιορισμένο χώρο κι οι Πέρσες πολεμούσαν με πιο κοντά δόρατα από τους Έλληνες και δεν είχαν το πλεονέκτημα της αριθμητικής υπεροχής τους. Από την πλευρά των Σπαρτιατών, ήταν μια αξιομνημόνευτη μάχη· είχαν καταλάβει ότι πολεμούσαν ενάντια σε έναν άπειρο εχθρό κι ένα από τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν να κάνουν όλοι μαζί μεταβολή και να προσποιούνται ότι υποχωρούσαν έντρομοι, όποτε οι εχθροί τους καταδίωκαν με ποδοβολητό και ιαχές. Αυτοί, όμως, τη στιγμή που τους προλάβαιναν οι Πέρσες, γύριζαν και τους αντιμετώπιζαν, προκαλώντας τους τεράστιες απώλειες στη νέα μάχη που ξεσπούσε. Φυσικά, είχαν κι αυτοί απώλειες αλλά όχι πολλές. Οι Πέρσες βλέποντας ότι οι επιθέσεις τους για την κατάληψη του περάσματος, είτε κατά τμήματα είτε με όποιον άλλο τρόπο μπορούσαν να σκεφτούν, ήταν μάταιες, σταμάτησαν τις εχθροπραξίες κι υποχώρησαν.

212. 0 Ξέρξης παρακολουθούσε τη μάχη από εκεί που καθόταν. Λέγεται, μάλιστα, ότι στη διάρκεια των επιθέσεων, πετάχτηκε τρεις φορές όρθιος από φόβο για την τύχη του στρατού του. Την επόμενη μέρα, η μάχη άρχισε ξανά αλλά χωρίς μεγαλύτερη επιτυχία για τους Πέρσες, που επανέλαβαν τις εχθροπραξίες με την ελπίδα ότι οι Έλληνες, που ήταν τόσο λίγοι, θα είχαν αρκετούς τραυματίες για να μην μπορούν πλέον να προβάλλουν αντίσταση. Μα οι Έλληνες ήταν ανυποχώρητοι· τα στρατεύματά τους χωρίστηκαν σε τμήματα κατά έθνη, τα οποία έμπαιναν με τη σειρά στην πρώτη γραμμή, εκτός από τους Φωκείς, που είχαν επιφορτιστεί με τη φύλαξη του ορεινού μονοπατιού. Έτσι, όταν οι Πέρσες ανακάλυψαν ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει από την προηγούμενη μέρα, υποχώρησαν γι’ άλλη μια φορά.

213. 0 Ξέρξης δεν είχε ιδέα πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ένας άνδρας από τη Μηλίδα, ο Εφιάλτης, γιος του Ευρύδημου, ελπίζοντας μια γενναιόδωρη ανταμοιβή, ήρθε να πει στον βασιλιά τα σχετικά με το μονοπάτι που οδηγούσε πάνω από τα βουνά στις Θερμοπύλες, προκαλώντας έτσι τον όλεθρο των Ελλήνων που κρατούσαν το πέρασμα. Αργότερα ο Εφιάλτης, από φόβο για τους Σπαρτιάτες, απέδρασε στη Θεσσαλία και στο διάστημα της απουσίας του, ορίστηκε αμοιβή για το κεφάλι του από τους Πυλαγόρες τους Αμφικτύονες που ήταν συγκεντρωμένοι στην Πυλαία. Λίγο καιρό αργότερα, επέστρεψε στην Αντίκυρα, όπου φονεύτηκε από τον Αθηνάδη τον Τραχίνιο. Αυτός δεν τον σκότωσε για την προδοσία του αλλά για έναν άλλο λόγο, που θα εξηγήσω πιο κάτω . Οι Σπαρτιάτες, πάντως, τον αντάμειψαν ανάλογα. Έτσι πέθανε αργότερα ο Εφιάλτης.

214. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ήταν ο Ονήτης, γιος του Φαναγόρα από την Κάρυστο κι ο Κορυδαλλός από την Αντίκυρα αυτοί που αποκάλυψαν στους Πέρσες το ορεινό μονοπάτι. Αυτό, πάντως, δεν είναι διόλου πειστικό, αφενός γιατί οι Αμφικτύονες, ασφαλώς μετά από επισταμένες έρευνες, όρισαν αμοιβή όχι για τον φόνο των δυο αυτών αλλά του Εφιάλτη του Τραχίνιου και, δεύτερον, γιατί ήταν αναμφίβολα η κατηγορία της προδοσίας αυτή που ώθησε τον Εφιάλτη να το σκάσει. Σίγουρα ο Ονήτης, μολονότι δεν ήταν από τη Μηλίδα, θα μπορούσε να ξέρει το μονοπάτι, αν είχε μείνει καιρό στην περιοχή. Όμως, ήταν ο Εφιάλτης και κανείς άλλος αυτός που έδειξε τον δρόμο στους Πέρσες· αυτόν θεωρώ ένοχο.

215. 0 Ξέρξης ενθουσιάστηκε με την αποκάλυψη του Εφιάλτη. Ανέθεσε αμέσως την αποστολή στον Υδάρνη με τα στρατεύματα που αυτός διοικούσε. Αυτοί έφυγαν λίγο πριν την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια. Το μονοπάτι αυτό ανακαλύφθηκε από τους ντόπιους Μηλιείς· αργότερα το χρησιμοποίησαν για να βοηθήσουν τους Θεσσαλούς, περνώντας τους από κει στη Φωκίδα, την εποχή που ο λαός της είχε χτίσει το τείχος στο πέρασμα για προστασία. Από τόσα παλιά, λοιπόν, ήταν γνωστή στους Μηλιείς η προδοτική χρησιμότητα του.

216. Το μονοπάτι αυτό είναι ως εξής· αρχίζει στον Ασωπό, το ποτάμι που διασχίζει το στενό φαράγγι, και προχωρώντας κατά μήκος της κορυφής του βουνού —το οποίο, όπως και το ίδιο το μονοπάτι, λέγεται Ανόπαια— καταλήγει στην Αλπηνό, την πρώτη πόλη της Λοκρίδας που συναντά κανείς ερχόμενος από τη Μηλίδα, κοντά στον βράχο, που είναι γνωστός ως Μελάμπυγας, και την κατοικία των Κερκώπων. Εκεί ακριβώς είναι και το στενότερο σημείο του περάσματος.

217. Αυτό, λοιπόν, ήταν το ορεινό μονοπάτι που ακολούθησαν οι Πέρσες, αφού διέσχισαν τον Ασωπό. Βάδιζαν όλη τη νύχτα, με τα βουνά των Οιταίων στο δεξί τους χέρι αυτά της Τραχίνας στο αριστερό. Νωρίς τα ξημερώματα βρίσκονταν στην κορυφή της ράχης, κοντά στο σημείο που, όπως ανέφερα και πριν, οι Φωκείς φρουρούσαν το μονοπάτι με χίλιους άνδρες. Οι Φωκείς είχαν προσφερθεί εθελοντικά στον Λεωνίδα ν’ αναλάβουν αυτή τη θέση, ενώ το κάτω πέρασμα φυλασσόταν απ’ αυτούς που ανέφερα ήδη.

218. Η ανάβαση των Περσών έγινε με τον εξής τρόπο· καλύπτονταν από τα δάση από βελανιδιές που πνίγουν όλα αυτά τα βουνά και μόνο όταν έφτασαν αρκετά ψηλά αντιλήφθηκαν οι Φωκείς την παρουσία τους, αφού δεν φυσούσε καθόλου και ακούγονταν τα βήματα των στρατιωτών και τριξίματα των ξερών φύλλων. Οι Φωκείς πετάχτηκαν όρθιοι κι άρπαξαν τα όπλα τους τη στιγμή που έφτασε ο εχθρός. Οι Πέρσες ξαφνιάστηκαν όταν αντίκρισαν στρατιώτες να ετοιμάζονται να υπερασπιστούν το πέρασμα· ενώ δεν περίμεναν καμιά αντίσταση, ο δρόμος τους ήταν κλειστός από οπλισμένους άνδρες. Ο Υδάρνης ρώτησε τον Εφιάλτη ποιοι ήταν, γιατί ανησυχούσε μήπως ήταν Σπαρτιάτες· όταν, όμως, έμαθε την εθνικότητα τους, ετοιμάστηκε να τους επιτεθεί. Τα Περσικά βέλη έπεφταν πυκνά και οι Φωκείς, νομίζοντας ότι αυτοί ήταν ο στόχος της επίθεσης, βιάστηκαν να υποχωρήσουν στο ψηλότερο σημείο του βουνού, όπου ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν το θάνατο. Οι Πέρσες, όμως, πάντα μαζί με τον Εφιάλτη, δεν ασχολήθηκαν άλλο μαζί τους, αλλά πήραν το κατηφορικό μονοπάτι με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα.

219. Οι Έλληνες στις Θερμοπύλες είχαν την πρώτη προειδοποίηση για τον όλεθρο που θα ερχόταν με τη γη από τον μάντη Μεγιστία, που διάβασε την καταδίκη τους στα ζώα που θυσίασαν· ακόμα, λιποτάκτες που είχαν έρθει τη νύχτα από το εχθρικό στρατόπεδο, ανέφεραν σχέδιο των Περσών για πλευρική επίθεση και, τέλος, την ώρα που ξημέρωνε, οι σκοποί κατέβηκαν τρέχοντας από τα βουνά. Στο πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε αμέσως, οι απόψεις διχάστηκαν, αφού άλλοι υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν τη θέση τους κι άλλοι το αντίθετο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο στρατός διαιρέθηκε· μερικοί σκορπίστηκαν και πολλά τμήματα έφυγαν για τις πόλεις τους, ενώ άλλοι ετοιμάζονταν να σταθούν στο πλευρό του Λεωνίδα.

220. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Λεωνίδας τους έδιωξε, για να τους σώσει τη ζωή, αλλά το θεώρησε ανάρμοστο για τους Σπαρτιάτες που είχε κάτω από τις διαταγές του να εγκαταλείψουν το σημείο που είχαν αναλάβει να υπερασπιστούν. Προσωπικά, τείνω να πιστέψω ότι τους έδιωξε, όταν κατάλαβε ότι δεν είχαν το θάρρος να πολεμήσουν και δεν ήταν πρόθυμοι να δια-κινδυνεύσουν· ταυτόχρονα, το αίσθημα τιμής του απαγόρευε να φύγει. Πράγματι, μένοντας στη θέση του, δόξασε το όνομά του και η Σπάρτη, δεν έχασε την ευημερία της, όπως θα συνέβαινε στην αντίθετη περίπτωση. Γιατί στο ξεκίνημα αυτού του πολέμου, οι Σπαρτιάτες είχαν πάρει χρησμό από τους Δελφούς που έλεγε ότι ή θα χανόταν η πόλη τους από έναν ξένο ή θα σκοτωνόταν ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς. Η προφητεία ήταν σε εξάμετρο στίχο κι έλεγε τα εξής:
Ακούστε τη μοίρα σας, κάτοικοι της πλατιάς έκτασης της Σπάρτης,
είτε η ένδοξη, τιμημένη πόλη σας θα λεηλατηθεί από τους γιους του Περσέα
η, αν δεν γίνει αυτό, ολόκληρη η γη του Λακεδαίμονα
θα θρηνήσει το θάνατο ενός βασιλιά του οίκου του Ηρακλή.
Η δύναμη των λιονταριών η των ταύρων δεν θα τον συγκρατήσει,
αν έρθει εναντίον του, γιατί έχει τη δύναμη του Δια.
Και λέγω ότι δεν θα σταματήσει, ώσπου να καταστρέψει το ένα απ’ τα δυο.
Πιστεύω ότι αυτός ο χρησμός, σε συνδυασμό, φυσικά, με την επιθυμία του να προσφέρει στη Σπάρτη ένα θησαυρό δόξας που δεν θα μοιραζόταν με καμιά άλλη πόλη, ώθησε τον Λεωνίδα να διώξει τα υπόλοιπα στρατεύματα· δεν πιστεύω ότι λιποτάκτη-σαν ή ότι έφυγαν χωρίς διαταγές, επειδή διαφωνούσαν.

221. Επιπλέον, η άποψή μου ενισχύεται και από την περίπτωση του μάντη Μεγιστία, που ήταν μαζί με τον Ελληνικό στρατό —άνδρας από την Ακαρνανία, που λέγεται ότι ανήκε στην οικογένεια του Μελάμποδα— ο οποίος πρόβλεψε την επερ-χόμενη καταστροφή, αφού επιθεώρησε τα ζώα που είχαν θυσιαστεί. Ο Λεωνίδας τον διέταξε να φύγει από τις Θερμοπύλες, για να μην αναγκαστεί να μοιραστεί την τύχη του στρατού. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε κι έδιωξε μόνο το μοναχογιό του, που υπηρετούσε στις συμμαχικές δυνάμεις.

222. Έτσι, με διαταγές του Λεωνίδα, τα συμμαχικά στρατεύματα εγκατέλειψαν τη θέση τους κι έφυγαν όλοι, εκτός από τους Θεσπιείς και τους Θηβαίους, που έμειναν πίσω με τους Σπαρτιάτες. Οι Θηβαίοι κρατήθηκαν από τον Λεωνίδα ως όμηροι, οπωσδήποτε ενάντια στη θέλησή τους· οι Θεσπιείς όμως αρνήθηκαν να υπακούσουν τη διαταγή και να εγκαταλείψουν τον Λεωνίδα και τους άνδρες του· έμειναν και πέθαναν μαζί τους. Ήταν κάτω από τις διαταγές του Δημόφιλου, γιου του Διαδρόμου.

223. Το πρωί ο Ξέρξης έκανε μια σπονδή στον ανατέλλοντα ήλιο και περίμενε μέχρι την ώρα που συνήθως γεμίζει η αγορά , προτού αρχίσει την προέλασή του. Ακολουθούσε απλώς τις οδηγίες του Εφιάλτη, αφού η κάθοδος από την κορυφή είναι πολύ πιο σύντομη και ευθεία από τη μακριά και γεμάτη στροφές άνοδο. Όταν ο περσικός στρατός άρχισε την επίθεση, οι Έλληνες κάτω από τις διαταγές του Λεωνίδα, ξέροντας ότι βάδιζαν σε σίγουρο θάνατο, βγήκαν στο πλατύτερο σημείο του περάσματος, πολύ πιο μπροστά από κει που πολεμούσαν νωρίτερα· πράγματι, στις μάχες των προηγούμενων ημερών υπερασπίζονταν το τείχος κι έκαναν ξαφνικές εξόδους στα στενότερα σημεία του περάσματος. Τώρα, πάντως, εγκατέλειψαν αυτή την τακτική. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν εκεί· πίσω τους, οι διοικητές του σώματος χτυπούσαν χωρίς διάκριση τα μαστίγιά τους, σπρώχνοντας τους άνδρες μπροστά. Πολλοί έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν κι ακόμα περισσότεροι ποδοπατήθηκαν ζωντανοί από τους δικούς τους. Κανείς δεν έδινε σημασία στους νεκρούς. Οι Έλληνες, που ήξεραν ότι ο εχθρός ερχόταν από το ορεινό μονοπάτι, άρα δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας, επιστράτευσαν όλο τους το θάρρος και πολέμησαν με μανία και απόγνωση.

224. Στο μεταξύ, τα δόρατά τους είχαν σπάσει και σκότωναν τους Πέρσες με τα ξίφη τους. Στη διάρκεια αυτής της μάχης έπεσε ο Λεωνίδας, πολεμώντας ηρωικά, και μαζί του πολλοί διακεκριμένοι Σπαρτιάτες· έμαθα ονόματά τους, ονόματα ανδρών που αξίζουν πραγματικά να μείνουν αλησμόνητοι· για την ακρίβεια, έχω τα ονόματα και των τριακοσίων. Ανάμεσα στους Πέρσες νεκρούς υπήρχαν επίσης πολλοί σπουδαίοι άνδρες• ανάμεσά τους ήταν και ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, γιοι του Δαρείου από την κόρη του Αρτάνη τη Φραταγούνη. Ο Αρτάνης, γιος του Υστάσπη κι εγγονός του Αρσάμη, ήταν αδελφός του Δαρείου· μια και η Φραταγούνη ήταν το μόνο παιδί του, δίνοντάς τη στον Δαρείο ήταν σαν να του δίνει ολόκληρη την περιουσία του.

225. Έτσι, τα δύο αδέλφια του Ξέρξη έπεσαν εκεί πολεμώντας. Ακολούθησε άγρια μάχη πάνω από το πτώμα του Λεωνίδα· οι Έλληνες απώθησαν τέσσερις φορές τον εχθρό και, τελικά, το έσωσαν χάρη στην ανδρεία τους. Έτσι συνέχισαν να αγωνίζονται, ώσπου ο στρατός που είχε ακολουθήσει τον Εφιάλτη έφτασε στο πεδίο της μάχης· όταν οι Έλληνες τους είδαν, άλλαξαν πάλι τακτική. Επέστρεψαν στο στενότερο σημείο του περάσματος, πίσω από το τείχος και παρατάχτηκαν σ ένα ενιαίο σώμα —όλοι εκτός από τους Θηβαίους— στον λόφο που υπάρχει στην είσοδο του περάσματος, εκεί όπου σήμερα στέκεται το πέτρινο λιοντάρι στη μνήμη του Λεωνίδα και εκεί αντιστάθηκαν μέχρι τον τελευταίο, με τα ξίφη τους όσοι τύχαινε να τα έχουν ακόμη και με τα χέρια και τα δόντια τους όσοι δεν είχαν ξίφη, ώσπου οι Πέρσες, προχωρώντας από μπροστά αφού σώριασαν το οχύρωμα σε ερείπια και κλείνοντάς τους από πίσω, με κυκλωτική κίνηση τους κατέκλυσαν τελικά χτυπώντας τους.

226. Απ’ όλους τους Σπαρτιάτες και τους Θεσπιείς που πολέμησαν τόσο ηρωικά το πιο εκπληκτικό δείγμα θάρρους δόθηκε από τον Σπαρτιάτη Διηνέκη. Λέγεται ότι πριν από τη μάχη ένας ντόπιος από την Τραχίνα του είπε πως, όταν οι Πέρσες ρίχνουν βέλη, είναι τόσο πολλά ώστε κρύβουν τον ήλιο. Ο Διηνέκης τότε εντελώς ατάραχος μπροστά στο μέγεθος του περσικού στρατού, είπε ότι ήταν ευχάριστη η είδηση που τους έφερνε ο ξένος από την Τραχίνα, γιατί αν οι Πέρσες έκρυβαν τον ήλιο, θα πολεμούσαν με σκιά. Λέγεται ότι διατύπωσε κι άλλες παρόμοιες φράσεις, χάρη στις οποίες θα μείνει αλησμόνητος.

227. Μετά τον Διηνέκη, τη μεγαλύτερη διάκριση κέρδισαν δύο Σπαρτιάτες αδελφοί, ο Αλφεός κι ο Μάρωνας, γιοι του Ορσιφάντη. Από τους Θεσπιείς, αυτός που κατέκτησε τη μεγαλύτερη δόξα ήταν κάποιος Διθύραμβος, γιος του Αρματίδη.

228. Οι νεκροί τάφηκαν εκεί όπου έπεσαν και, μαζί τους, όσοι είχαν σκοτωθεί προτού διατάξει ο Λεωνίδας τα υπόλοιπα στρατεύματα να φύγουν από το πέρασμα. Πάνω στον τάφο τους υπάρχει μια επιγραφή που τιμάει ολόκληρη τη δύναμη:
Τέσσερις χιλιάδες άνδρες από τη γη του Πέλοπα αντιμετώπισαν κάποτε εδώ τρία εκατομμύρια εχθρούς. Αυτό το επίγραμμα ήταν για όλους. Οι Σπαρτιάτες έχουν μια ειδική επιτάφια επιγραφή, που λέει: Ξένε, πήγαινε πες στους Σπαρτιάτες ότι εδώ
είμαστε θαμμένοι υπακούοντας στους νόμους τους. Για τον μάντη Μεγιστία υπάρχει η ακόλουθη επιγραφή: Εδώ είναι θαμμένος ο ένδοξος Μεγιστίας, που, όταν οι Μήδοι
πέρασαν τον ποταμό Σπερχειό, τον σκότωσαν. Ένας μάντης, που, αν και γνώριζε πως ο θάνατος ερχόταν, δε θέλησε να εγκαταλείψει τον βασιλιά της Σπάρτης. Οι κολόνες με τις επιτάφιες επιγραφές στήθηκαν προς τιμή των νεκρών από τους Αμφικτύονες, ενώ το επίγραμμα για τον μάντη Μεγιστία ήταν έργο του Σιμωνίδη, γιου του Λεωπρέπη, που το έγραψε για να τιμήσει τον φίλο του.


Ηροδότου Ιστοραία - Θάλεια §201-227

Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος επί γης

30

Όταν (ο Σόλων) έφθασε στις Σάρδεις (στην αυλή του Κροίσου), ο Κροίσος τον φιλοξένησε στα ανάκτορα του και αφού πέρασαν δύο τρεις μέρες με διαταγή του Κροίσου, οι υπηρέτες ξενάγησαν τον Σόλωνα και του έδειξαν όλους τους αμέτρητους και ανεκτίμητους θησαυρούς. Αφού ο Σόλων τα είδε όλα τούτα με την ησυχία του, ο Κροίσος τον ρώτησε: «Λοιπόν, ξένε Αθηναίε, ως εμάς έφθασε η φήμη σου, και για τη σοφία σου, και για τα ταξίδια σου. Η φιλομάθειά σου σε οδήγησε να επισκεφθείς πολλές χώρες για να γνωρίσεις τον κόσμο. Θέλω, λοιπόν να σε ρωτήσω ποιον θεωρείς τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου». Ο Κροίσος έκανε αυτή την ερώτηση θεωρώντας τον εαυτό του τον ευτυχέστερο άνθρωπο του κόσμου. Αλλά ο Σόλων, χωρίς να τον κολακέψει και με απόλυτη ειλικρίνεια, απάντησε: «Ναι, βασιλιά μου, ο Τέλλος ο Αθηναίος». Ο Κροίσος ξαφνιάστηκε με την απάντηση και ρώτησε εκνευρισμένος: «Από τι συμπεραίνεις ότι ο Τέλλος είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος;» Ο Σόλων τότε του εξήγησε: «ο Τέλλος ζούσε σε μια πόλη που ευημερούσε, είχε αποκτήσει καλά κι άξια παιδιά και τα είδε να αποκτούν κι αυτά παιδιά, που έζησαν όλα. Ο Τέλλος έζησε μια πραγματικά καλή ζωή -με τα μέτρα και τα σταθμά του τόπου μας- και το τέλος της ζωής του ήταν ένδοξο. Σε μια μάχη των Αθηναίων με τη γειτονική Ελευσίνα πολέμησε κι αυτός, έτρεψε τον εχθρό σε φυγή κι έπεσε πολεμώντας γενναία. Οι Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσία δαπάνη στο μέρος όπου σκοτώθηκε, με μεγάλες τιμές».

31

Αφού λοιπόν ο Σόλων μίλησε για τον Τέλλο και για τους λόγους που τον θεωρούσε τον ευτυχέστερο άνθρωπο του κόσμου, ο Κροίσος τον ρώτησε ποιος κατά τη γνώμη του ήταν μετά τον Τέλλο ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, νομίζοντας ότι αυτή τη φορά τουλάχιστον θα ήταν αυτός. Ο Σόλων όμως απάντησε: «Ο Κλέοβης και ο Βίτων. Οι άνθρωποι αυτοί, που κατάγονταν από το Άργος, ήταν αρκετά ευκατάστατοι, με ρωμαλέο σώμα κι είχαν νικήσει σε αθλητικούς αγώνες. Υπάρχει μάλιστα γι' αυτούς η ακόλουθη παράδοση: σε μια γιορτή προς τιμή της Ήρας, στο Άργος, το έθιμο απαιτούσε η μητέρα τους να μεταφερθεί στο ναό με ζεμένη άμαξα. Τα βόδια τους όμως ήταν στα χωράφια κι επειδή έβλεπαν ότι τους πίεζε ο χρόνος, ζεύτηκαν οι ίδιοι την άμαξα όπου ανέβηκε η μητέρα τους. Κι αφού τη μετέφεραν σαράντα πέντε στάδια, έφθασαν στο ναό. Έπειτα από αυτό και αφού τους είδαν όλοι οι παραβρισκόμενοι στο πανηγύρι, πέθαναν. Κι έτσι ο θεός έκανε φανερό ότι για τον άνθρωπο είναι καλύτερος ο θάνατος από τη ζωή. Γιατί μετά το περιστατικό με την άμαξα, οι μεν άντρες του Άργους τους μακάριζαν για τη σωματική τους δύναμη, οι δε γυναίκες της πόλης μακάριζαν τη μητέρα τους που είχε γεννήσει τέτοια παιδιά. Η μητέρα τους, ευτυχισμένη και για τον άθλο και για τη φήμη των παιδιών της, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της Ήρας και προσευχόταν στη θεά να δώσει στα παιδιά της, τον Κλέοβη και τον Βίτωνα, που τόσο την είχαν τιμήσει, ό,τι καλύτερο είναι δυνατόν να χαρίσει η τύχη σε άνθρωπο. Μετά την ευχή αυτή, αφού προσέφεραν τις θυσίες και γλέντησαν, τα δυο αδέρφια κοιμήθηκαν στο ιερό και δεν ξύπνησαν πια. Με αυτόν τον τρόπο έφυγαν από τη ζωή. Οι Αργείοι τους έφτιαξαν αγάλματα Και τα αφιέρωσαν στους Δελφούς, γιατί αποδείχθηκαν ότι ήταν άντρες με ασύγκριτη αρετή».

32

Έτσι λοιπόν ο Σόλων παραχώρησε στους δύο νέους τη δεύτερη θέση στην ευτυχία. Και ο Κροίσος οργισμένος του είπε: «Ώστε τη δική μου ευτυχία, φιλοξενούμενε Αθηναίε, τη θεωρείς τόσο ασήμαντη, ώστε να μη με κρίνεις άξιο να συγκριθώ με τους απλούς πολίτες;» Ο Σόλων τότε απάντησε: «Κροίσε, με ρωτάς για τα ανθρώπινα πράγματα, εμένα που ξέρω ότι οι θεοί φθονούν την ευτυχία των θνητών και την αναστατώνουν. Σε μια μακρά ζωή, βλέπει κανείς πράγματα που δεν θα ήθελε να δει και είναι πολλά τα παθήματά του. Και θεωρώ ως όριο της ανθρώπινης ζωής τα εβδομήντα περίπου χρόνια. Τα εβδομήντα αυτά χρόνια έχουν είκοσι πέντε χιλιάδες διακόσιες μέρες, χωρίς να υπολογίσουμε και τους εμβόλιμους μήνες. Εάν τώρα σε κάθε δεύτερο χρόνο προσθέσεις και ένα μήνα, ώστε να τηρείται η σειρά των εποχών, οι εμβόλιμοι μήνες γίνονται τριάντα πέντε, δηλαδή πρέπει να προσθέσουμε άλλες χίλιες πενήντα ημέρες. Απ' όλες αυτές τις είκοσι έξι χιλιάδες διακόσιες πενήντα μέρες, που αποτελούν τα εβδομήντα χρόνια, ούτε μία δεν μας φέρνει κάτι παρόμοιο με την προηγούμενη. Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, Κροίσε, η ζωή του ανθρώπου βρίσκεται στο έλεος της τύχης. Βλέπω ότι είσαι πολύ πλούσιος και με μεγάλη εξουσία, αλλά σε αυτό που με ρώτησες δεν μπορώ να σου απαντήσω πριν μάθω ότι η ζωή σου είχε καλό τέλος. Ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος δεν είναι πιο ευτυχισμένος από έναν άλλο, που έχει παρά μόνο το καθημερινό, αν δεν τον συντροφεύει η τύχη μέχρι το τέλος. Γιατί πολλοί βαθύπλουτοι δεν είναι ευτυχείς. Ο πολύ πλούσιος που είναι δυστυχισμένος σε δύο μόνο πράγματα υπερέχει από τον ευτυχή, ενώ ο ευτυχής υπερέχει σε πολλά από τον πλούσιο δυστυχή: ο πλούσιος μπορεί να ικανοποιεί τις επιθυμίες του και να αντέχει περισσότερο αν του συμβούν πολλά βάσανα. Ο άλλος υπερέχει από τον πρώτο στο εξής: δεν αντέχει ίσως στις συμφορές και δεν μπορεί να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, η ευτυχία όμως τον απομακρύνει από όλα αυτά και δεν υποφέρει όταν του συμβαίνουν συμφορές, δεν αρρωσταίνει, έχει όμορφα και καλά παιδιά, είναι ο ίδιος ωραίος άνθρωπος. Εάν' λοιπόν έχει και καλό τέλος, να ο άνθρωπος που αναζητάς, που είναι άξιος να θεωρηθεί ευτυχισμένος. Αλλά πριν πεθάνει, καλύτερα να μην τον χαρακτηρίσουμε ευτυχισμένο, αλλά ευνοούμενο της τύχης. Είναι αδύνατο ένας άνθρωπος να έχει τα πάντα, όπως μια χώρα δεν μπορεί να είναι σε όλα αυτάρκης, γιατί μπορεί να έχει ορισμένα αγαθά, θα της λείπουν όμως άλλα. Εκείνη που διαθέτει τα περισσότερα είναι η καλύτερη. Έτσι κι ένας άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να τα έχει όλα. Μπορεί να έχει πολλά, όμως θα του λείπουν άλλα, κι εκείνος που θα έχει τα περισσότερα στο τέλος της ζωής του και θα έχει ωραίο θάνατο, αυτός, βασιλιά, νομίζω ότι μπορεί να χαρακτηρισθεί ευτυχισμένος. Σε όλα τα πράγματα, λοιπόν, πρέπει να περιμένουμε τι τέλος θα έχουν, γιατί ο θεός σε πολλούς έδωσε αρχικά ευτυχία για να τους καταστρέψει ολοκληρωτικά αργότερα».

33

Όσα είπε ο Σόλων χωρίς να χαριστεί στον Κροίσο, αυτός δεν τα υπολόγισε και τον έδιωξε θεωρώντας τον πολύ ανόητο αφού υποτιμούσε τα υπάρχοντα αγαθά και συμβούλευε να περιμένουμε το τέλος κάθε ανθρώπου.

34

Όταν έφυγε ο Σόλων, έπεσε πάνω στον Κροίσο η θεία νέμεση και τον εκδικήθηκε σκληρά που νόμιζε ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Μόλις κοιμήθηκε, είδε όνειρο που του φανέρωνε τις συμφορές που επρόκειτο να πάθει ο γιος του. Ο Κροίσος είχε δυο παιδιά, το ένα ήταν κωφάλαλο ενώ το άλλο ήταν ανάμεσα στους συνομηλίκους του πρώτο σε καθετί. Το δεύτερο λεγόταν Άτης. Για τον Άτη, λοιπόν, είδε ο Κροίσος όνειρο ότι θα τον έχανε, χτυπημένο από σιδερένια αιχμή. Όταν ξύπνησε, τρομαγμένος από το όνειρο, το σκέφτηκε και αποφάσισε να παντρέψει το γιο του. Παρότι ο Άτης ήταν συνήθως επικεφαλής του στρατού των Λυδών, έπαψε να τον στέλνει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κι έβγαλε απ' τα δωμάτια όπου διέμεναν οι άντρες τα ακόντια και τα βέλη, και όλα τα πολεμικά όπλα, και τα στοίβαξε σε αποθήκες, μήπως κάποιο απ' αυτά πέσει από εκεί που κρεμόταν και σκοτώσει το γιο του. […]

Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) Ιστορίαι: Κλειω, § 30 - 34
Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο Αλέκα Τσιώκου

Σπαρτιατικός λακωνισμός

«Όταν οι διωγμένοι από τον Πολυκράτη Σάμιοι έφθασαν στην Σπάρτη, συναντήθηκαν με τους άρχοντες, τους είπαν πολλά και τους ζήτησαν βοήθεια. Οι Σπαρτιάτες αποκρίθηκαν ότι τα όσα οι Σάμιοι τους είπαν στην αρχή, τα είχαν ξεχάσει και ότι με τα τελευταία αυτά δεν συμφωνούσαν. Μετά απ’αυτό οι Σάμιοι συναντήθηκαν για δεύτερη φορά με τους Σπαρτιάτες. Αυτή τη φορά δεν είπαν τίποτε, αλλά έφεραν μαζί τους ένα σακούλι και είπαν ότι ‘το σακούλι έχει ανάγκη από αλεύρι’. Οι Σπαρτιάτες αποκρίθηκαν ότι πολλά είχαν πει για το σακούλι, αλλά αποφάσισαν να τους βοηθήσουν.»

Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) Ιστορίαι: Θάλεια, §46-48
Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο: Άγγελος Βλάχος

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Η τελευταία μάχη της Οδύσσειας έγινε μετά το "ξεκαθάρισμα" των μνηστήρων. Έγινε στο βουνό όπου βρίσκονταν τα περβόλια του Λαέρτη, πατέρα του Οδυσσέα.

«Αυτοί, αφού χόρτασαν το γλυκό σαν μέλι φαγητό, άρχισε να τους μιλάει ο πολύπαθος θεϊκός Οδυσσέας: «Αφού βγει κάποιος, μπορεί να δει αν έρχονται κοντά ήδη».

Έτσι είπε, και βγήκε ο γιος του Δολίου, όπως διέταξε, και, αφού έφτασε στο κατώφλι, σταμάτησε και τους είδε όλους κοντά. Αμέσως στον Οδυσσέα λόγια φτερωτά έλεγε: «Αυτοί είναι πια κοντά. Αλλά ας εξοπλιστούμε γρήγορα».

Έτσι είπε, κι αυτοί ορμούσαν και φορούσαν τα όπλα τους, τέσσερις γύρω από τον Οδυσσέα και οι έξι γιοι του Δολίου. Ανάμεσά τους και ο Λαέρτης και ο Δόλιος φορούσαν τα όπλα, αν και ήταν λευκόμαλλοι γέροντες, αναγκαστικά απαραίτητοι πολεμιστές. Αφού φόρεσαν γύρω από το σώμα τους το λαμπερό χαλκό, άνοιξαν τις πόρτες και βγήκαν, και αρχηγός ήταν ο Οδυσσέας. Κοντά τους ήρθε η κόρη του Δία Αθηνά, μοιάζοντας με τον Μέντορα και στο σώμα και στη φωνή. Αυτή αφού είδε ο πολύπαθος Οδυσσέας χάρηκε. Αμέσως τον Τηλέμαχο προσφώνησε, τον αγαπημένο του γιο: «Τηλέμαχε, τώρα θα μάθεις, αφού επιτεθείς, πού κρίνονται οι καλύτεροι από τους μαχόμενους άνδρες, ώστε να μην ντροπιάζεις τη γενιά του πατέρα σου, που στο παρελθόν ξεχωρίζαμε στην ανδρεία και στη δύναμη σ' όλη τη γη.

Σ' αυτόν πάλι απαντούσε ο συνετός Τηλέμαχος: «Θα δεις, αν θέλεις, αγαπημένε πατέρα, ότι μ' αυτήν εδώ την ψυχή καθόλου δεν ντροπιάζω τη γενιά σου, όπως λες».

Έτσι είπε, και ο Λαέρτης ευχαριστήθηκε και είπε: « Ποιά είναι αυτή η μέρα για μένα, αγαπητοί θεοί; Αλήθεια χαίρομαι πολύ, και ο γιος και ο εγγονός μου άμιλλα έχουν για την ανδρεία».

Σ' αυτόν είπε η γαλανομάτα Αθηνά, που στεκόταν δίπλα του: «Ω γιε του Αρκεισίου, πάρα πολύ αγαπημένε απ' όλους τους φίλους μου, αφού προσευχηθείς στη γαλανομάτα κόρη και στον πατέρα Δία, αμέσως, αφού σείσεις πολύ, ρίξε μακριά το ακόντιο με τη μακριά σκιά».

Έτσι είπε κι ενέπνευσε μεγάλο μένος η Παλλάδα Αθηνά. Αφού προσευχήθηκε έπειτα στην κόρη του μεγάλου Δία, αμέσως, πολύ αφού έσεισε, έριξε μακριά το δόρυ με τη μακριά σκιά, και χτύπησε τον Ευπείθη ανάμεσα στην περικεφαλαία με τις χάλκινες παρειές. Εκείνη εμπόδισε το ακόντιο, αλλά ανάμεσα της προς τα μπροστά πέρασε ο χαλκός. Βρόντησε, αφού έπεσε, κι έκαναν κρότο τα όπλα πάνω του. Εναντίον των πρώτων επιτέθηκε ο Οδυσσέας και ο ένδοξος γιος του, και χτυπούσαν με ξίφη και ακόντια αμφίκυρτα και μάλιστα όλους θα τους σκότωναν και θα τους στερούσαν το φως, αν δεν φώναζε δυνατά η Αθηνά, η κόρη του ασπιδοφόρου Δία και δεν συγκρατούσε όλο το λαό: «Σταματήστε τον καταστροφικό τούτο πόλεμο, Ιθακήσιοι, για να ξεχωρίσετε γρήγορα χωρίς αίμα».

Έτσι είπε, και τους κατέλαβε παγερός φόβος. Επειδή φοβήθηκαν πολύ, τους έφυγαν τα όπλα από τα χέρια και όλα έπεσαν στο έδαφος, όταν η θεά με φωνή δυνατή φώναξε. Και στην πόλη γύρισαν, επειδή επιθυμούσαν τη ζωή τους. Φοβερά φώναξε ο πολύπαθος θεϊκός Οδυσσέας και χίμηξε σαν αετός που πετάει ψηλά. Και τότε ο γιός του Κρόνου έριξε κεραυνό που έπεσε μπροστά στη γαλανομάτα Αθηνά, την κόρη του ισχυρού πατέρα. Τότε στον Οδυσσέα είπε η γαλανομάτα Αθηνά: «Διογέννητε, συγκρατήσου, σταμάτησε τη φιλονικία και τον οδυνηρό πόλεμο, μήπως θυμώσει μαζί σου ο γιός του Κρόνου που βλέπει τα πάντα, ο Δίας».

Έτσι μίλησε η Αθηνά, κι αυτός υπάκουσε και χαιρόταν. Συνθήκη με όρκους σύναψε μεταξύ τους η Παλλάδα Αθηνά, η κόρη του ασπιδοφόρου Δία, η οποία έμοιαζε με τον Μέντορα και στο σώμα και στη φωνή.»


- Όμηρος. Οδύσσεια ω’ §489-548
(μετάφραση Παναγιώτης Γιαννακόπουλος)

Οδυσσέας προς τον Αμφίνομο του Νίσου από το Δουλίχιο

Ουδέν ακιδνότερον γαία τρέφει ανθρώποιοπάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει.
Ου μεν γαρ ποτέ φησι κακόν πείσεσθαι οπίσσω,όφρ’ αρετήν παρέχωσι θεοί και γούνατ’ ορώρη˙αλλ’ ότε δη και λυγρά θεοί μάκαρες τελέωσι,και τα φέρει αεκαζόμενος τετληότι θυμώ.
Τοιος γαρ νόος εστίν επιχθονίων ανθρώπωνοίον επ΄΄ημαρ άγησι πατήρ ανδρών τε θεών τε.
και γαρ εγώ ποτ’ έμελλον εν ανδράσιν όλβιος είναι,πολλά δ’ ατάσθαλ’ έρεξα βίη και κάρτεϊ είκων,πατρί τ’ εμώ πίσυνος και έμοισι κασιγνήτοισι.
τω μη τις ποτε πάμπαν ανήρ αθεμίστιος είη,αλλ’ ο γε σιγή δώρα θεών έχοι, όττι διδοίεν.


Τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο δεν θρέφει η γη απ’ όλα πάνω της αναπνέουν και κινούνται. Γιατί ποτέ δεν πιστεύει ότι θα πάθει κακό, όταν οι θεοί του δίνουν υγεία και τα γόνατά του είναι δυνατά. Αλλά και όταν δώσουν και τα θλιβερά οι αθάνατοι θεοί, και αυτά τ’αντέχει με υπομονή. Γιατί έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι, όποια μέρα κι αν τους φέρει ο πατέρας των θεών. Γιατί κι εγώ κάποτε ήμουν ευτυχής ανάμεσα στους άντρες και πολλά σφάλματα έκανα παρασυρμένος από το θάρρος και τη δύναμη μου, στηριζόμενος στον πατέρα μου και τους αδελφούς μου. Γι’αυτό κανένας άντρας ποτέ να μην είναι άδικος, αλλά σιωπηλά ν’ απολαμβάνει τα δώρα των θεών που του δίνουν.


- Όμηρος. Οδύσσεια σ’ §130-142