Απέξω άκουγες:
"Γκιαούρ, παρά ιστιόρ, ατς καπουΐ, γκιαούρ, παρά ιστιόρ!" που θα πει: "Ανοίξε την πόρτα, άπιστε, λεφτά θέλω!"
Για περισσότερες από δεκαπέντε μέρες, τόσο κράτησε τελικά η Καταστροφή, χτυπούσαν τις πόρτες μας και φώναζαν:
"Τσικάρ παρά (Δώσε μας λεφτά!)" και "Βερ παρά, τσικάρ παρά, παρά ιστιόρ!" Λεφτά... λεφτά... λεφτά... Όλη αυτή η αγριότητα γινόταν τελικά, για τα λεφτά...
'Ενας άλλος ήχος, που με στοιχειώνει ακόμα και τώρα, είναι τα μουγκανίσματα και τα μουγκρητά των ζώων· σκυλία, γάτες, κατσίκια, γαϊδούρια, μουλάρια βογκούσαν μαζί μας...
[...]
Ένα καινούριο μπουλούκι Τούρκων έφτασε κι άρχισε να βροντά την πόρτα.
"Ατς καπουΐ! (Ανοίξτε). Εμείς είμαστε στρατιώτες Δεν θα σας σκοτώσουμε! Θα μας δώσετε λεφτά και θα φύγουμε!"
Βλέπω τον Βασίλη τον Κιρμιζή, ένα λεβεντάνθρωπο με στριμμένες μουστάκες, που γνώριζε πολύ καλά τα τουρκικά, γιατί είχε κάνει στα τουρκικά δικαστήρια, να μαζεύει απ'τους τρομαγμένους ανθρώπους βραχιόλια και να τους τα δίνει. Χορτάτοι απ'τη λία τους, οι Τούρκοι έφυγαν.
Μετά από λίγη ώρα, όμως, η σκηνή επαναλήφθηκε και αυτό έγινε αρκετές φορές. [...]
Μια από τις περιπόλους δήλωσε πως ήθελε ν'ανεβεί στο σπίτι. Τι να κάναμε; Να τους λέγαμε "όχι"; Μπαίνουν οι Τούρκοι μέσα κι ανεβαίνουν στον πάνω όροφο που ήμασταν μόνο κοπέλες. Ένας απ'αυτούς κράταγε ένα μαντήλι, καμπάνι, πελώριο, δεμένο στις άκρες του, και το περιέφερε σαν δίσκο σε εκκλησία, μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η προσφορά δεν ήταν εθελοντική· ήταν άκρως αναγκαστική!
"Τσικάρ παρά!" φώναζε και κάποια στιγμή φτάνει δίπλα μου, σε μια κοπελλίτσα, και της ζητάει τα σκουλαρίκια που φορούσε. Η κοπέλα προσπάθησε να ξεκουμπώσει το σκουλαρίκι για να το δώσει, αλλά επειδή τα χέρια της έτρεμαν απ'το φόβο της αργούσε, και τότε αυτός τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αφτί και ρίχνει στο μαντήλι αφτί και σκουλαρίκι μαζί!
Εγώ ήμουν η επόμενη. Φορούσα ασημένια βραχιόλια, σταυρό και σκουλαρίκια -αυτά ήταν τα καθημερινά μας κοσμήματα, όχι τα καλά μας με τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια- και ξεκουμπώνοντας τα σκουλαρίκια μου παρακαλώ τη Βαγγελίστρια να με βοηθήσει να τα βγάλω και να μην πετρώσουν τα χέρια μου απ'την τρομάρα και της τάζω, αν ζήσω, να μην ξαναβάλω ποτέ στη ζωή μου σκουλαρίκι! Η μεγαλόχαρη με λυπήθηκε και μ'ακουσε· ... [...]
Δεν ξέρω που βρήκαμε όλοι όσοι επιζήσαμε τη δύναμη να βλέπουμε Τούρκους να πιάνουν ένα μωρό, να το πνίγουν ή να του κόβουν το λαιμουδάκι του κι ύστερα να το πετάνε κάτω σαν σκουπίδι! Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που μας έκανε κι αντέξαμε αυτές τις εικόνες, που λες κι έβγαιναν απ'την Κόλαση, και δεν τρελαθήκαμε ομαδικά! [...]
Κάποιοι προσπάθησαν να φτάσουν μέχρι τη Μητρόπολη, να καταγγείλουν στους υπεύθυνους πως οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν τη συμφωνία τους να μην πείράξουν τους Έλληνες. Ανάμεσα τους βρέθηκα κι εγώ -παρασυρμένη μάλλον απ'τη λαοθάλασσα... Στη διαδρομή αυτή είδα το μεγαλύτερο μακελειό. Γυρίζω κάποια στιγμή να μιλήσω στη διπλανή μου, Βαγγελιώ τη λέγανε, και βλέπω ένα κορμί να πέφτει το δρόμο χωρίς κεφάλι! Στρίβουμε αριστερά, πέφτουμε πάνω σε πολυβόλα που γάζωναν ότι κινούνταν, αδιακρίτως. Στρίβουμε δεξιά, φλόγες λαμπαδιάζουν τα πάντα στο διάβα τους! Σε μια στιγμή μέσα σ'αυτο τον πανικό, βλέπω ένα άντρα μ'ένα αγοράκι να κρέμεται απ'το χέρι του. Το κοτσάκι είχε τρελαθεί και φώναζε: "Παρά, να, παρά, να!" (Πάρτε λεφτά! Πάρτε λεφτά!)
Προσπαθούμε να μπούμε σε κάποιο σπίτι - είναι Τούρκοι ακόμα μέσα και σκοτώνουν! Προσπαθούμε να μπούμε σ'ένα άλλο... έχει φουντώσει η φωτιά μέσα του! Δίπλα μου κάποιος Τούρκος βιάζει μια Ελληνοπούλα, που ουρλιάζει σπαραξικάρδια!
- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 118-124
«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»
