Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Αύγουστος - Σεπτέμβριος 1922:

Απέξω άκουγες:

"Γκιαούρ, παρά ιστιόρ, ατς καπουΐ, γκιαούρ, παρά ιστιόρ!" που θα πει: "Ανοίξε την πόρτα, άπιστε, λεφτά θέλω!"

Για περισσότερες από δεκαπέντε μέρες, τόσο κράτησε τελικά η Καταστροφή, χτυπούσαν τις πόρτες μας και φώναζαν:
"Τσικάρ παρά (Δώσε μας λεφτά!)" και "Βερ παρά, τσικάρ παρά, παρά ιστιόρ!" Λεφτά... λεφτά... λεφτά... Όλη αυτή η αγριότητα γινόταν τελικά, για τα λεφτά...

'Ενας άλλος ήχος, που με στοιχειώνει ακόμα και τώρα, είναι τα μουγκανίσματα και τα μουγκρητά των ζώων· σκυλία, γάτες, κατσίκια, γαϊδούρια, μουλάρια βογκούσαν μαζί μας...

[...]

Ένα καινούριο μπουλούκι Τούρκων έφτασε κι άρχισε να βροντά την πόρτα.

"Ατς καπουΐ! (Ανοίξτε). Εμείς είμαστε στρατιώτες Δεν θα σας σκοτώσουμε! Θα μας δώσετε λεφτά και θα φύγουμε!"

Βλέπω τον Βασίλη τον Κιρμιζή, ένα λεβεντάνθρωπο με στριμμένες μουστάκες, που γνώριζε πολύ καλά τα τουρκικά, γιατί είχε κάνει στα τουρκικά δικαστήρια, να μαζεύει απ'τους τρομαγμένους ανθρώπους βραχιόλια και να τους τα δίνει. Χορτάτοι απ'τη λία τους, οι Τούρκοι έφυγαν.

Μετά από λίγη ώρα, όμως, η σκηνή επαναλήφθηκε και αυτό έγινε αρκετές φορές. [...]

Μια από τις περιπόλους δήλωσε πως ήθελε ν'ανεβεί στο σπίτι. Τι να κάναμε; Να τους λέγαμε "όχι"; Μπαίνουν οι Τούρκοι μέσα κι ανεβαίνουν στον πάνω όροφο που ήμασταν μόνο κοπέλες. Ένας απ'αυτούς κράταγε ένα μαντήλι, καμπάνι, πελώριο, δεμένο στις άκρες του, και το περιέφερε σαν δίσκο σε εκκλησία, μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η προσφορά δεν ήταν εθελοντική· ήταν άκρως αναγκαστική!

"Τσικάρ παρά!" φώναζε και κάποια στιγμή φτάνει δίπλα μου, σε μια κοπελλίτσα, και της ζητάει τα σκουλαρίκια που φορούσε. Η κοπέλα προσπάθησε να ξεκουμπώσει το σκουλαρίκι για να το δώσει, αλλά επειδή τα χέρια της έτρεμαν απ'το φόβο της αργούσε, και τότε αυτός τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αφτί και ρίχνει στο μαντήλι αφτί και σκουλαρίκι μαζί!

Εγώ ήμουν η επόμενη. Φορούσα ασημένια βραχιόλια, σταυρό και σκουλαρίκια -αυτά ήταν τα καθημερινά μας κοσμήματα, όχι τα καλά μας με τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια- και ξεκουμπώνοντας τα σκουλαρίκια μου παρακαλώ τη Βαγγελίστρια να με βοηθήσει να τα βγάλω και να μην πετρώσουν τα χέρια μου απ'την τρομάρα και της τάζω, αν ζήσω, να μην ξαναβάλω ποτέ στη ζωή μου σκουλαρίκι! Η μεγαλόχαρη με λυπήθηκε και μ'ακουσε· ... [...]

Δεν ξέρω που βρήκαμε όλοι όσοι επιζήσαμε τη δύναμη να βλέπουμε Τούρκους να πιάνουν ένα μωρό, να το πνίγουν ή να του κόβουν το λαιμουδάκι του κι ύστερα να το πετάνε κάτω σαν σκουπίδι! Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που μας έκανε κι αντέξαμε αυτές τις εικόνες, που λες κι έβγαιναν απ'την Κόλαση, και δεν τρελαθήκαμε ομαδικά! [...]

Κάποιοι προσπάθησαν να φτάσουν μέχρι τη Μητρόπολη, να καταγγείλουν στους υπεύθυνους πως οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν τη συμφωνία τους να μην πείράξουν τους Έλληνες. Ανάμεσα τους βρέθηκα κι εγώ -παρασυρμένη μάλλον απ'τη λαοθάλασσα... Στη διαδρομή αυτή είδα το μεγαλύτερο μακελειό. Γυρίζω κάποια στιγμή να μιλήσω στη διπλανή μου, Βαγγελιώ τη λέγανε, και βλέπω ένα κορμί να πέφτει το δρόμο χωρίς κεφάλι! Στρίβουμε αριστερά, πέφτουμε πάνω σε πολυβόλα που γάζωναν ότι κινούνταν, αδιακρίτως. Στρίβουμε δεξιά, φλόγες λαμπαδιάζουν τα πάντα στο διάβα τους! Σε μια στιγμή μέσα σ'αυτο τον πανικό, βλέπω ένα άντρα μ'ένα αγοράκι να κρέμεται απ'το χέρι του. Το κοτσάκι είχε τρελαθεί και φώναζε: "Παρά, να, παρά, να!" (Πάρτε λεφτά! Πάρτε λεφτά!)

Προσπαθούμε να μπούμε σε κάποιο σπίτι - είναι Τούρκοι ακόμα μέσα και σκοτώνουν! Προσπαθούμε να μπούμε σ'ένα άλλο... έχει φουντώσει η φωτιά μέσα του! Δίπλα μου κάποιος Τούρκος βιάζει μια Ελληνοπούλα, που ουρλιάζει σπαραξικάρδια!


- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 118-124



«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»

"[...] Στις 16 Σεπτεμβρίου ήρθε η διαταγή να φύγουμε. Που θα πηγαίναμε;

Πιστεύαμε πως, όπου κι αν πηγαίναμε, θα πηγαίναμε για να μας σφάξουν, όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτα για να τ’αλλάξουμε αυτό.

Μας βγάζουν έξω και μας στήνουν σε σειρές. Εκεί, θυμάμαι, έχασα και τα παπούτσια μου. Τα κράταγα στα χέρια μου και με το στρίμωγμα και με το σπρώξιμο μου έπεσαν και τα’χασα. Προχωράμε και κατεβαίνουμε στο Μπαλαλάκι. Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο μπλόκο και μας έψαχναν όλους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κάποιοι άντρες είχαν γλυτώσει γιατί τους είχαμε ντύσει γυναικεία. Σ’εκείνο το μπλόκο, όμως, όλους ανεξαιρέτως τους έγδυναν, τους έβγαζαν τα μαντίλια, κι όταν έβρισκαν κάποιον άντρα μεταμφιεσμένο σε γυναίκα τον λιντσάριζαν και τον σκότωναν επιτόπου.

Όλοι ήμασταν βρόμικοι και τα ρούχα μας είχαν κουρελιαστεί, αλλά εμείς οι κοπέλες πασαλείβαμε το πρόσωπο μας με λάσπη και βάζαμε ό,τι κουρέλια βρίσκαμε στην πλάτη μας, για να δείχνουμε καμπούρες και άσχημες, για να γλυτώσουμε τον βιασμό.

Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος των εξαθλιωμένων ανθρώπων, που οι στρατιώτες, που υποτίθεται πως μας συνόδευαν, μας έχασαν, κι εμείς τρέξαμε με όση δύναμη μας είχε απομείνει τα πέντε χιλιόμετρα που μας έμεναν μέχρι τη Σκάλα, το Λεμάν Τεπεσί. Εκεί βρίσκονταν ελληνικά φορτηγά πλοία που τα είχαν επιτάξει Αμερικανοί και μερικά αμερικάνικά. Οι Κλαζομένες ή Λοιμοκαθαρτήριο , όπως λεγόταν επίσης η περιοχή ήταν χερσόνησος. Εκεί αρχίσαμε να μπαίνουμε σε ό,τι πλοίο βρίσκαμε μπροστά μας, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Τα πτώματα στη θάλασσα έφταναν μέχρι το ύψος του μόλου. Πατούσαμε πάνω σε ανθρώπινες σάρκες και κόκκαλα που είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Δυο μέρες και δυο νύχτες μείναμε όρθιοι στην παραλία περιμένοντας να μπούμε σε κάποιο πλοίο. Χιλιάδες κόσμος, απελπισμένος και εξαθλιωμένος, με μάτια άδεια απ' τα όσα είχαμε δει και την ψυχή ματωμένη απ' τον πόνο της απώλειας των αγαπημένων μας. Κάρα άδειαζαν πεθαμένους δίπλα μας, όπου έβρισκαν. Το βράδυ, όταν οι Τούρκοι άρχιζαν να βιάζουν και να κακοποιούν όποια γυναίκα έβρισκαν, οι Αμερικανοί άναψαν τους προβολείς των πλοίων και τους έριξαν πάνω μας, για να σταματήσουν κάπως το κακό. Φωνές ακούγονταν: "Τα γυναικόπαιδα να μπαρκάρουν πρώτα!" -θαρρείς και υπήρχε και κανένας άντρας ανάμεσά μας... "


- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 136-137


«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»

Τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο δεν θρέφει η γη

Ουδέν ακιδνότερον γαία τρέφει ανθρώποιο
πάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει.

Ου μεν γαρ ποτέ φησι κακόν πείσεσθαι οπίσσω,
όφρ’ αρετήν παρέχωσι θεοί και γούνατ’ ορώρη˙
αλλ’ ότε δη και λυγρά θεοί μάκαρες τελέωσι,
και τα φέρει αεκαζόμενος τετληότι θυμώ.

Τοιος γαρ νόος εστίν επιχθονίων ανθρώπων
οίον επ΄΄ημαρ άγησι πατήρ ανδρών τε θεών τε.
"και γαρ εγώ ποτ’ έμελλον εν ανδράσιν όλβιος είναι,
πολλά δ’ ατάσθαλ’ έρεξα βίη και κάρτεϊ είκων,
πατρί τ’ εμώ πίσυνος και έμοισι κασιγνήτοισι.
τω μη τις ποτε πάμπαν ανήρ αθεμίστιος είη,
αλλ’ ο γε σιγή δώρα θεών έχοι, όττι διδοίεν."


Τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο δεν θρέφει η γη απ’ όλα πάνω της αναπνέουν και κινούνται. Γιατί ποτέ δεν πιστεύει ότι θα πάθει κακό, όταν οι θεοί του δίνουν υγεία και τα γόνατά του είναι δυνατά. Αλλά και όταν δώσουν και τα θλιβερά οι αθάνατοι θεοί, και αυτά τ’αντέχει με υπομονή. Γιατί έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι, όποια μέρα κι αν τους φέρει ο πατέρας των θεών. Γιατί κι εγώ κάποτε ήμουν ευτυχής ανάμεσα στους άντρες και πολλά σφάλματα έκανα παρασυρμένος από το θάρρος και τη δύναμη μου, στηριζόμενος στον πατέρα μου και τους αδελφούς μου. Γι’αυτό κανένας άντρας ποτέ να μην είναι άδικος, αλλά σιωπηλά ν’ απολαμβάνει τα δώρα των θεών που του δίνουν.


- Όμηρος. Οδύσσεια σ’ §130-142
(μετάφραση Παναγιώτης Γιαννακόπουλος)