
"[...] Στις 16 Σεπτεμβρίου ήρθε η διαταγή να φύγουμε. Που θα πηγαίναμε;
Πιστεύαμε πως, όπου κι αν πηγαίναμε, θα πηγαίναμε για να μας σφάξουν, όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτα για να τ’αλλάξουμε αυτό.
Μας βγάζουν έξω και μας στήνουν σε σειρές. Εκεί, θυμάμαι, έχασα και τα παπούτσια μου. Τα κράταγα στα χέρια μου και με το στρίμωγμα και με το σπρώξιμο μου έπεσαν και τα’χασα. Προχωράμε και κατεβαίνουμε στο Μπαλαλάκι. Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο μπλόκο και μας έψαχναν όλους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κάποιοι άντρες είχαν γλυτώσει γιατί τους είχαμε ντύσει γυναικεία. Σ’εκείνο το μπλόκο, όμως, όλους ανεξαιρέτως τους έγδυναν, τους έβγαζαν τα μαντίλια, κι όταν έβρισκαν κάποιον άντρα μεταμφιεσμένο σε γυναίκα τον λιντσάριζαν και τον σκότωναν επιτόπου.
Όλοι ήμασταν βρόμικοι και τα ρούχα μας είχαν κουρελιαστεί, αλλά εμείς οι κοπέλες πασαλείβαμε το πρόσωπο μας με λάσπη και βάζαμε ό,τι κουρέλια βρίσκαμε στην πλάτη μας, για να δείχνουμε καμπούρες και άσχημες, για να γλυτώσουμε τον βιασμό.
Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος των εξαθλιωμένων ανθρώπων, που οι στρατιώτες, που υποτίθεται πως μας συνόδευαν, μας έχασαν, κι εμείς τρέξαμε με όση δύναμη μας είχε απομείνει τα πέντε χιλιόμετρα που μας έμεναν μέχρι τη Σκάλα, το Λεμάν Τεπεσί. Εκεί βρίσκονταν ελληνικά φορτηγά πλοία που τα είχαν επιτάξει Αμερικανοί και μερικά αμερικάνικά. Οι Κλαζομένες ή Λοιμοκαθαρτήριο , όπως λεγόταν επίσης η περιοχή ήταν χερσόνησος. Εκεί αρχίσαμε να μπαίνουμε σε ό,τι πλοίο βρίσκαμε μπροστά μας, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Τα πτώματα στη θάλασσα έφταναν μέχρι το ύψος του μόλου. Πατούσαμε πάνω σε ανθρώπινες σάρκες και κόκκαλα που είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Δυο μέρες και δυο νύχτες μείναμε όρθιοι στην παραλία περιμένοντας να μπούμε σε κάποιο πλοίο. Χιλιάδες κόσμος, απελπισμένος και εξαθλιωμένος, με μάτια άδεια απ' τα όσα είχαμε δει και την ψυχή ματωμένη απ' τον πόνο της απώλειας των αγαπημένων μας. Κάρα άδειαζαν πεθαμένους δίπλα μας, όπου έβρισκαν. Το βράδυ, όταν οι Τούρκοι άρχιζαν να βιάζουν και να κακοποιούν όποια γυναίκα έβρισκαν, οι Αμερικανοί άναψαν τους προβολείς των πλοίων και τους έριξαν πάνω μας, για να σταματήσουν κάπως το κακό. Φωνές ακούγονταν: "Τα γυναικόπαιδα να μπαρκάρουν πρώτα!" -θαρρείς και υπήρχε και κανένας άντρας ανάμεσά μας... "
- Φιλιώ Χαϊδεμένου (2005) Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σσ. 136-137
«Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βούρλα της Μικράς Ασίας. Το 1922, με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών μικρασιατικών σωματείων και βραβεύτηκε επανηλημμένως για τις δραστηριότητες της. Έχει ιδρύσει Μουσείο Μικρασιατών στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο φέρει το όνομα της: "Φιλιώ Χαϊδεμένου".»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου