Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Δρυὸς πεσούσης

"δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται"
- Μενάδρου Γνῶμαι μονόστιχοι (123)

Ο δρυς στην αυλή, έπεσε αδόκητα!

Οι νοικοκυραίοι σάστισαν,
έριξαν το βλέμμα χαμηλά.
Μέχρι ωσότου να συνέλθουν,
το κακό ολοκληρώθηκε.

Τον κορμό πήρε ο τάδε,
τα χοντρά κλωνιά ο δείνας,
στην αυλή έμειναν τα χαμόκλαδα.

Μετά από χρόνια,
οι νοικοκυραίοι, ηλιοκαμένοι, αποδήμησαν.
Μετά από πολλά χρόνια,
οι γιοί, συνήθισαν χωρίς τη δροσιά του.
Μετά από δεκάδες χρόνια,
τα εγγόνια, αποδέχθηκαν την απουσία του.

Μα όσοι ξυλεύτηκαν,
ζήτησαν εν καιρώ και τα ρέστα!

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Λωτοφάγοι

"ἔνθεν δ᾽ ἐννῆμαρ φερόμην ὀλοοῖς ἀνέμοισινπόντον ἐπ᾽ ἰχθυόεντα· 
ἀτὰρ δεκάτῃ ἐπέβημεν γαίης Λωτοφάγων, οἵ τ᾽ ἄνθινον εἶδαρ ἔδουσιν.
ἔνθα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου βῆμεν καὶ ἀφυσσάμεθ᾽ ὕδωρ, αἶψα δὲ δεῖπνον ἕλοντο θοῇς παρὰ νηυσὶν ἑταῖροι.
αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιό τ᾽ ἐπασσάμεθ᾽ ἠδὲ ποτῆτος, δὴ τοτ᾽ ἐγὼν ἑτάρους προΐειν πεύθεσθαι ἰόντας,
οἵ τινες ἀνέρες εἶεν ἐπὶ χθονὶ σῖτον ἔδοντες ἄνδρε δύω κρίνας,

τρίτατον κήρυχ᾽ ἅμ᾽ ὀπάσσας. οἱ δ᾽ αἶψ᾽ οἰχόμενοι μίγεν ἀνδράσι Λωτοφάγοισιν·
οὐδ᾽ ἄρα Λωτοφάγοι μήδονθ᾽ ἑτάροισιν ὄλεθρον ἡμετέροις, ἀλλά σφι δόσαν λωτοῖο πάσασθαι.
τῶν δ᾽ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν, οὐκέτ᾽ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι, 

ἀλλ᾽ αὐτοῦ βούλοντο μετ᾽ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.
τοὺς μὲν ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἄγον κλαίοντας ἀνάγκῃ, νηυσὶ δ᾽ ἐνὶ γλαφυρῇσιν ὑπὸ ζυγὰ δῆσα ἐρύσσας.
αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κελόμην ἐρίηρας ἑταίρουςσπερχομένους νηῶν ἐπιβαινέμεν ὠκειάων,
μή πώς τις λωτοῖο φαγὼν νόστοιο λάθηται.
οἱ δ᾽ αἶψ᾽ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι καθῖζον, ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς."

- Ὁμήρου Ὀδύσσεια, Ραψωδία Ι §83-§99

Οι ιθαγενείς είχαν τις δικές τους συνήθειες.
Είχαν ορισμένους τους ρυθμούς.
Πάντα με ένα πλατύ χαμόγελο,
πάντα με αφοσίωση στα κοινά,
πάντα με πίστη στη Μητέρα.

Οι ξένοι, προσεκτικά, ζύγωσαν στην εκκλησία του Δήμου.
Ο πρωθιερέας είδε το φόβο στα βαθουλωμένα μάτια τους,
κατάλαβε ότι καιρό παράδερναν στα κύματα,
ένιωσε τη δίψα τους να αράξουν κάπου απάνεμα.

Οι ιθαγενείς άνοιξαν τα χέρια και ήταν γεμάτα άνθια.
Οι ξένοι έγιναν δεχτοί σαν ομογάλακτοι,
τους υποσχέθηκαν γη και ύδωρ και αγάπη.
Ένιωσαν ότι βρέθηκαν πια εκεί που ανήκουν,
και έριξαν τις άμυνες, άφησαν στα πλοία τις έγνοιες.

Αβίαστα κάθισαν στο εορταστικό τραπέζι,
εύκολα μυήθηκαν στους ρυθμούς των ιθαγενών,
ελεύθερα γεύτηκαν του λωτού τη σάρκα.

Η φωνή του Οδυσσέα δεν τους άγγιζε.
Τα μέλη δεν έπαιρναν πλέον εντολές απ'την κεφαλή.

Και έγιναν οι ναύτες Λωτοφάγοι,
άλλαξαν πλέον τους ρυθμούς,
έστρεψαν αλλού την αφοσίωση,
έχασαν επαφή με το κεφάλι.

Ώσπου, με βία τους έσυραν στα πλοία,
τα χέρια τους έδεσαν σφικτά στα κουπιά,
και βρέθηκαν πάλι στη γαλάζια θάλασσα,
με τον παλιό τους βασιλιά και ρότα την Ιθάκη.