Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Αν κι' 'ητο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,
εμούντζωσε τον θρόνον, εμούτζωσε το στέμμα,
και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν
κι' εδίδασκε τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.
Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών
πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν,
και πότε εις χείμαρρους κι' υπό σκιάν συκής,
ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,
κι' εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά
κι' εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.
Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι' αι οπώραι
και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτόν ελάλει,
κι εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι
παγίδας να του στήνουν με τα γυμνά των κάλλη,
και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε
κι' εκείνη τον εφίλει και αυτή την εγαργάλιζε.
Όμως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη,
στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,
και πριν τον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον ένατον
και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια τους,
μ' αφρούς θυμούς και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των
και αφήσαν τον Βούδδα να κάθεται στα χάλια του.
Εγώ αυτόν τον Βούδδα, τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Ν' ανθέξ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;
να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι; ...
δόξα πολλή στον Βούδδα, μα να με συγχωρήση
αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.
Γεώργιου Σουρη, Τα άπαντα: Τόμος Β' (σ. 111-112)
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018
Τρίτη 1 Μαΐου 2018
Η επόμενη γενιά
Άνοιξε τα μάτια και είδε:
τα ορόσημα του χθες, ήταν χαλκευμένα.
Παρατήρησε και διαπίστωσε:
τα ιερά του σήμερα, ήταν ψέμα.
Ψηλάφισε...
βρήκε κάπου να πιαστεί!
Μόνη ελπίδα, το μέλλον.
Μόνη καταφυγή, ο διάλογος με το αύριο.
Μόνη σκεπή, η επόμενη γενιά.
τα ορόσημα του χθες, ήταν χαλκευμένα.
Παρατήρησε και διαπίστωσε:
τα ιερά του σήμερα, ήταν ψέμα.
Ψηλάφισε...
βρήκε κάπου να πιαστεί!
Μόνη ελπίδα, το μέλλον.
Μόνη καταφυγή, ο διάλογος με το αύριο.
Μόνη σκεπή, η επόμενη γενιά.
Η ΚΑΚΟΓΛΩΣΣΙΑ
Μεν είσαι πισακλούθιν τους τζι εν να το μετανώσεις.
Ακρώστου μου τζι έννεν καλά,
Το φέρσιμον τους εφ φελά,
Κόρη, τζιαί ν' αναρκώσης.
Τούτες με την κακογλωσσ'άν πολλές εν που στραώσαν.
Η Ευρυκλού εν αρφανή
Τζιαί τούτον μανιχά κανεί
Τζι ήντα της αντακώσαν;
Βουρούν ομάδιν σγιάν τηδ δουν, πως εν να τηφ φιλήσουν
Τζιαι μάγκου μιά εν ημπορεί
'Πο τούτες, με να τηθ θωρεί
Τζι εν να την κοκκαλίσουν.
Αλλάσσουν την μουτσούναν τους, σγιαν την ωχράν π' αλλάσσει
Κάθε τσιμπίν ο χαμωλιός
Που τοθ θωρούν οι λας αλιως
Σγιαν παρπατεί τζιαι ράσσει.
Τούτα τους τα καμώματα ένεν των προκομμένων·
Κάμνει τα μια πολιτιτζ'ή
Πων έσσ'ει πκιον ποτζ'εί τζιαι τζ'εί,
Πων πλάσμαν μισησμένον.
Εμείς να δούμεν εν πρέπει θέμι μήτε να πούμεν
Τζι όϊ να μεδ δούμεν κουτσ'ίν
Τζιαί δόστου πκιον έναν σατσ'ίν
Λόγια να κουαλούμεν.
Εν κάλιον να μουλλώνουμεν τζι ο Πλάστης μου κρινίσκει·
Ούλλα θωρεί τα τζι αγκαδκιά,
Τζ'είνος που κάμνει, βρίσκει.
Έχουμεν ούλλες μας παιδκιά.
Καθένας ζ'ει για μιαν τιμήν τζιαι δίχα της να ζήση
'Εν ημπορεί, με σταλαμήν.
Πε μου, κουτσούλιν το κορμίν
Μπορεί να παρπατήσει;
Μουσκουμυρίζ' η Ευρυκλού σγιαν τον ποταμοΐτην
Όπου δκιαλλάξη τζι όπου πα',
Θώρεις την τζιαι λαμποκοπά
Ούλα τον ποσπερίτην.
Μμα τούτη η κακογλωσσ'ά, τωρά που ξηφαντώννει
Στο γέρημον τουν το χωρκόν
Εν ούλλα το θανατικόν
Που παρπατεί τζι απλώννει.
Ακρώστου μου τζι έννεν καλά,
Το φέρσιμον τους εφ φελά,
Κόρη, τζιαί ν' αναρκώσης.
Τούτες με την κακογλωσσ'άν πολλές εν που στραώσαν.
Η Ευρυκλού εν αρφανή
Τζιαί τούτον μανιχά κανεί
Τζι ήντα της αντακώσαν;
Βουρούν ομάδιν σγιάν τηδ δουν, πως εν να τηφ φιλήσουν
Τζιαι μάγκου μιά εν ημπορεί
'Πο τούτες, με να τηθ θωρεί
Τζι εν να την κοκκαλίσουν.
Αλλάσσουν την μουτσούναν τους, σγιαν την ωχράν π' αλλάσσει
Κάθε τσιμπίν ο χαμωλιός
Που τοθ θωρούν οι λας αλιως
Σγιαν παρπατεί τζιαι ράσσει.
Τούτα τους τα καμώματα ένεν των προκομμένων·
Κάμνει τα μια πολιτιτζ'ή
Πων έσσ'ει πκιον ποτζ'εί τζιαι τζ'εί,
Πων πλάσμαν μισησμένον.
Εμείς να δούμεν εν πρέπει θέμι μήτε να πούμεν
Τζι όϊ να μεδ δούμεν κουτσ'ίν
Τζιαί δόστου πκιον έναν σατσ'ίν
Λόγια να κουαλούμεν.
Εν κάλιον να μουλλώνουμεν τζι ο Πλάστης μου κρινίσκει·
Ούλλα θωρεί τα τζι αγκαδκιά,
Τζ'είνος που κάμνει, βρίσκει.
Έχουμεν ούλλες μας παιδκιά.
Καθένας ζ'ει για μιαν τιμήν τζιαι δίχα της να ζήση
'Εν ημπορεί, με σταλαμήν.
Πε μου, κουτσούλιν το κορμίν
Μπορεί να παρπατήσει;
Μουσκουμυρίζ' η Ευρυκλού σγιαν τον ποταμοΐτην
Όπου δκιαλλάξη τζι όπου πα',
Θώρεις την τζιαι λαμποκοπά
Ούλα τον ποσπερίτην.
Μμα τούτη η κακογλωσσ'ά, τωρά που ξηφαντώννει
Στο γέρημον τουν το χωρκόν
Εν ούλλα το θανατικόν
Που παρπατεί τζι απλώννει.
Μηδέν εστί ο άνθρωπος
"ὦ Κροῖσε, ἐπιστάμενόν με τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ
ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι."
«Κροίσε, ρωτάς εμένα, που ξέρω ότι οι θεοί φθονούν κάθε υπερβολή και φέρνουν αναταραχή στα ανθρώπινα πράγματα.»
Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) Ιστορίαι: Κλειω, § 32.1
(Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο Κυριάκος Ιωνάς)
Στην πολλή καλοτυχία,
στο χαμόγελο των Θεών·
μην βασιστείς!
Ούτε να πιστέψεις πως
με δικές σου δυνάμεις κατάφερες τα πάντα...
Στοχάσου,
στοχοποίησε και
προχώρα.
Δες τον εαυτό σου βασιλιά!
Αλλά -
Παρά το ξυπνό μυαλό σου,
μην ανώφελα ζητάς τη φήμη.
Παρά την αχαλίνωτη δύναμη σου,
μην κακιώνεσαι στους Αργίτες.
Παρότι βρίσκεσαι με Ολύμπιους,
μην ανώφελα μιλάς.
Παρά το αστείρευτο ταλέντο σου,
μην φθάσεις στην ύβρη.
Παρά την κατά συρροή σου τύχη,
μην την θεωρείς δεδομένη.
Ξέρε πως -
Δεν θα πατήσεις πόδι στην Ιθάκη,
αν ο Ποσειδώνας θυμωθεί.
Δεν έχει δόξα η νίκη,
αν σε τυφλώσει το μίσος.
Δεν θα είσαι ολύμπια Ηχώ,
αν στις σπηλιές σε στείλει η Ήρα.
Δεν θα πλέξεις ξανά στη βούφα,
αν της Αθηνάς την πρωτιά αμφισβητήσεις.
Δεν έχουν τα όνειρα αίσιο τέλος,
αν οι Μοίρες αλλιώς θελήσουν.
Έχοντας δέος για το απέραντο και το Θείο,
αισιόδοξα και ακούραστα ερεύνα για τις εσπερίδες.
ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι."
«Κροίσε, ρωτάς εμένα, που ξέρω ότι οι θεοί φθονούν κάθε υπερβολή και φέρνουν αναταραχή στα ανθρώπινα πράγματα.»
Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) Ιστορίαι: Κλειω, § 32.1
(Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο Κυριάκος Ιωνάς)
Στην πολλή καλοτυχία,
στο χαμόγελο των Θεών·
μην βασιστείς!
Ούτε να πιστέψεις πως
με δικές σου δυνάμεις κατάφερες τα πάντα...
Στοχάσου,
στοχοποίησε και
προχώρα.
Δες τον εαυτό σου βασιλιά!
Αλλά -
Παρά το ξυπνό μυαλό σου,
μην ανώφελα ζητάς τη φήμη.
Παρά την αχαλίνωτη δύναμη σου,
μην κακιώνεσαι στους Αργίτες.
Παρότι βρίσκεσαι με Ολύμπιους,
μην ανώφελα μιλάς.
Παρά το αστείρευτο ταλέντο σου,
μην φθάσεις στην ύβρη.
Παρά την κατά συρροή σου τύχη,
μην την θεωρείς δεδομένη.
Ξέρε πως -
Δεν θα πατήσεις πόδι στην Ιθάκη,
αν ο Ποσειδώνας θυμωθεί.
Δεν έχει δόξα η νίκη,
αν σε τυφλώσει το μίσος.
Δεν θα είσαι ολύμπια Ηχώ,
αν στις σπηλιές σε στείλει η Ήρα.
Δεν θα πλέξεις ξανά στη βούφα,
αν της Αθηνάς την πρωτιά αμφισβητήσεις.
Δεν έχουν τα όνειρα αίσιο τέλος,
αν οι Μοίρες αλλιώς θελήσουν.
Έχοντας δέος για το απέραντο και το Θείο,
αισιόδοξα και ακούραστα ερεύνα για τις εσπερίδες.
Έλα η δύναμις σου Θεέ μου
"Έλα η δύναμις σου Θεέ μου" ψιθύρισε,
και πριν ανοίξει τα μάτια,
ακόμη ένα μικρό θαύμα συνετελέσθη!
και πριν ανοίξει τα μάτια,
ακόμη ένα μικρό θαύμα συνετελέσθη!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)