Αργά περιστρέφεται,
ζητάει τριγύρω νέα πράγματα να δει,
μα πάντα τα ίδια, τα γνωστά, τα βαρετά,
και τους ώμους, να βαραίνει ο κόσμος.
Είχε κουραστεί πολύ,
όχι τόσο απ' το φορτίο αλλά απ' την μονοτονία,
απ' την αδυναμία να ξεφύγει.
Και η συνήθεια του τραβούσε, προς τα τάρταρα,
των χειλιών τις άκρες.
Η μονοτονία του σφαλούσε το στόμα.
Η μοναξιά του πάγωνε το βλέμμα.
Δεν ήλπιζε σε κανένα Ηρακλή,
τα χρυσά μήλα είχαν μαζέψει προ πολλού
οι Εσπερίδες.
Μόνο κάποιοι περαστικοί του κέντριζαν πρόσκαιρα το ενδιαφέρον.
"Όμορφος ο κόσμος που κρατάτε!" έλεγαν
όσοι τολμούσαν να πλησιάσουν στο Τιτάνα....
Μα αυτός δεν μπορούσε πλέον να τον δει.
Προσπαθούσε να θυμηθεί,
τον καιρό του Κρόνου και του Ουρανού,
τον καιρό της δόξας,
τον καιρό των θεών και των ηρώων...
Μα στη σκέψη του δεν έρχονταν παρά οι Εκατόγχειρες, οι Κύκλωπες,
τα άγρια γεννήματα της πρώτης μάνας Γης!
Σάββατο 27 Απριλίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)