Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Σίσυφος

Είδε τη ζωή ως ένα (γλυκόπικρο) σισύφειο άγος!

Ένα ατέρμονο, επαναλαμβανόμενο, χαμερπή βασανιστήριο...
ως υποτακτικός ενός κακού, χθόνιου θεού.
Ανθρωπάκος,
δούλος σε έργο ευτελές,
μόνον προς τέρψιν του δαιμόνιου αφέντη.

Μα ως βάσανο καλοδεχούμενο...
με αντάλλαγμα το ζειν!

Η ζωή του ζώου,
η ζωή του εναγή,
τέτοια η ζωή σ'εκείνον τον εφιάλτη!

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Πολιτικοί ταγοί και υποταγή

Α ρε πολιτικέ, που μου’λεγες, πως θέλεις να με σώσεις…
τωρά που σε χρειάστηκα, εβιάστηκες να κλώσεις!

Ήθελα-σε δίπλα μου-τζιαμέ, να με υποστηρίξεις,
αλλά εσύ στους… «ειδικούς» βκιάστηκες να με ρίξεις.

Είπα σου: «Δεν ενν λογικά τούτα που μας διατάσσουν».

Και εσύ μου αποκρίθηκες...
                                            «Κάμε σαν σε προστάσσουν».

Είπα σου…
«Οι στράτες που μας πέρνουσιν, μέσ’ σε κρεμμό’δηγούσιν»!

Είπες μου…
«Εσένα… δεν σου πέφτει λός, ξέρουν τι μας λαλούσιν».

Λαλώ σου: «Ενν προχειρότητες, τούτες ουλλές οι “λύσεις”».,

Είπες μου: «Επολληλόησες, ενν κάλλιο να σιωπήσεις...»


Θωρώ την κολοσυρμαθκιά, τα βάσανα ενν πίσω…
τους φίλιους πολιτικούς, πώς τάχα να τους πείσω;

Μέσα στον νουν μου έβαλλα πως δεν το’χω το λέγειν,
μα, φίλος μου εξήγησε, πως: φταίει το «εκλέγειν».

«Ρε φίλε, δεν κατάλαβες τούτον το πράμα ’κόμα;
Πως πλέον, στην πολιτική, πρώτα μετρά το κόμμα;»

Οπόταν, αντιλήφθηκα πως δεν ενν θέμα λόγου,
ενν θέμα ψήφων τελικά, και όχι διαλόγου.

Άμαν συμφέρει, ακούμεν του αυτού που ενν 'δικός',
αν δεν συμφέρει, λέμεν του: “Μιλά ο ειδικός”.

Οπόταν σκέφτομαι και εγώ ν’αλλάξω ηγεσία,
για σύμβουλο μου όρισα… τον μάντη Τειρεσία.

Και είπε αυτός ο “ειδικός” πως: 
Θα μου φέρει γούρι...
σε κόμματος πολιτικούς... να πω: “Έχει αγγούρι”!

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ...

Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Αν κι' 'ητο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,
εμούντζωσε τον θρόνον, εμούτζωσε το στέμμα,
και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν
κι' εδίδασκε τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.

Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών
πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν,
και πότε εις χείμαρρους κι' υπό σκιάν συκής,
ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,
κι' εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά
κι' εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.

Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι' αι οπώραι
και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτόν ελάλει,
κι εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι
παγίδας να του στήνουν με τα γυμνά των κάλλη,
και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε
κι' εκείνη τον εφίλει και αυτή την εγαργάλιζε.

Όμως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη,
στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,
και πριν τον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον ένατον
και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια τους,
μ' αφρούς θυμούς και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των
και αφήσαν τον Βούδδα να κάθεται στα χάλια του.

Εγώ αυτόν τον Βούδδα, τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Ν' ανθέξ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;
να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι; ...
δόξα πολλή στον Βούδδα, μα να με συγχωρήση
αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.

Γεώργιου Σουρη, Τα άπαντα: Τόμος Β' (σ. 111-112)

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Η επόμενη γενιά

Άνοιξε τα μάτια και είδε:
    τα ορόσημα του χθες, ήταν χαλκευμένα.
Παρατήρησε και διαπίστωσε:
    τα ιερά του σήμερα, ήταν ψέμα.

Ψηλάφισε...
       βρήκε κάπου να πιαστεί!

Μόνη ελπίδα, το μέλλον.
Μόνη καταφυγή, ο διάλογος με το αύριο.
Μόνη σκεπή, η επόμενη γενιά.

Η ΚΑΚΟΓΛΩΣΣΙΑ

Μεν είσαι πισακλούθιν τους τζι εν να το μετανώσεις.
        Ακρώστου μου τζι έννεν καλά,
        Το φέρσιμον τους εφ φελά,
        Κόρη, τζιαί ν' αναρκώσης.

Τούτες με την κακογλωσσ'άν πολλές εν που στραώσαν.
        Η Ευρυκλού εν αρφανή
        Τζιαί τούτον μανιχά κανεί
        Τζι ήντα της αντακώσαν;

Βουρούν ομάδιν σγιάν τηδ δουν, πως εν να τηφ φιλήσουν
        Τζιαι μάγκου μιά εν ημπορεί
        'Πο τούτες, με να τηθ θωρεί
        Τζι εν να την κοκκαλίσουν.

Αλλάσσουν την μουτσούναν τους, σγιαν την ωχράν π' αλλάσσει
        Κάθε τσιμπίν ο χαμωλιός
        Που τοθ θωρούν οι λας αλιως
        Σγιαν παρπατεί τζιαι ράσσει.

Τούτα τους τα καμώματα ένεν των προκομμένων·
         Κάμνει τα μια πολιτιτζ'ή
        Πων έσσ'ει πκιον ποτζ'εί τζιαι τζ'εί,
        Πων πλάσμαν μισησμένον.

Εμείς να δούμεν εν πρέπει θέμι μήτε να πούμεν
        Τζι όϊ να μεδ δούμεν κουτσ'ίν
        Τζιαί δόστου πκιον έναν σατσ'ίν
        Λόγια να κουαλούμεν.

Εν κάλιον να μουλλώνουμεν τζι ο Πλάστης μου κρινίσκει·
       Ούλλα θωρεί τα τζι αγκαδκιά,
        Τζ'είνος που κάμνει, βρίσκει.
        Έχουμεν ούλλες μας παιδκιά.

Καθένας ζ'ει για μιαν τιμήν τζιαι δίχα της να ζήση
        'Εν ημπορεί, με σταλαμήν.
        Πε μου, κουτσούλιν το κορμίν
        Μπορεί να παρπατήσει;

Μουσκουμυρίζ' η Ευρυκλού σγιαν τον ποταμοΐτην
        Όπου δκιαλλάξη τζι όπου πα',
        Θώρεις την τζιαι λαμποκοπά
        Ούλα τον ποσπερίτην.

Μμα τούτη η κακογλωσσ'ά, τωρά που ξηφαντώννει
        Στο γέρημον τουν το χωρκόν
        Εν ούλλα το θανατικόν
        Που παρπατεί τζι απλώννει.

Μηδέν εστί ο άνθρωπος

"ὦ Κροῖσε, ἐπιστάμενόν με τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ
ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι."

«Κροίσε, ρωτάς εμένα, που ξέρω ότι οι θεοί φθονούν κάθε υπερβολή και φέρνουν αναταραχή στα ανθρώπινα πράγματα.»

Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) Ιστορίαι: Κλειω, § 32.1
(Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο Κυριάκος Ιωνάς)


Στην πολλή καλοτυχία,
    στο χαμόγελο των Θεών·
        μην βασιστείς!
Ούτε να πιστέψεις πως
    με δικές σου δυνάμεις κατάφερες τα πάντα...

Στοχάσου,
    στοχοποίησε και
            προχώρα.
Δες τον εαυτό σου βασιλιά!

Αλλά -
Παρά το ξυπνό μυαλό σου,
    μην ανώφελα ζητάς τη φήμη.
Παρά την αχαλίνωτη δύναμη σου,
 μην κακιώνεσαι στους Αργίτες.
Παρότι βρίσκεσαι με Ολύμπιους,
   μην ανώφελα μιλάς.
Παρά το αστείρευτο ταλέντο σου,
   μην φθάσεις στην ύβρη.
Παρά την κατά συρροή σου τύχη,
   μην την θεωρείς δεδομένη.

Ξέρε πως - 
Δεν θα πατήσεις πόδι στην Ιθάκη,
   αν ο Ποσειδώνας θυμωθεί.
Δεν έχει δόξα η νίκη,
   αν σε τυφλώσει το μίσος.
Δεν θα είσαι ολύμπια Ηχώ,
   αν στις σπηλιές σε στείλει η Ήρα.
Δεν θα πλέξεις ξανά στη βούφα,
    αν της Αθηνάς την πρωτιά αμφισβητήσεις.
Δεν έχουν τα όνειρα αίσιο τέλος,
   αν οι Μοίρες αλλιώς θελήσουν.

 Έχοντας δέος για το απέραντο και το Θείο,
αισιόδοξα και ακούραστα ερεύνα για τις εσπερίδες.

Έλα η δύναμις σου Θεέ μου

"Έλα η δύναμις σου Θεέ μου" ψιθύρισε,
και πριν ανοίξει τα μάτια,
ακόμη ένα μικρό θαύμα συνετελέσθη!


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Η φυγοπονία των Ιώνων τους στερεί την νίκη στη μάχη

[6.11.1] Ύστερ᾽ από τη συγκέντρωση των Ιώνων στη Λάδη γίνονταν συνελεύσεις, κι όπως ήταν φυσικό έπαιρναν το λόγο κι άλλοι αγορητές, κι ανάμεσά τους κι ο στρατηγός της Φώκαιας Διονύσιος που έλεγε τα εξής: 

[6.11.2] «Άνδρες Ίωνες, η υπόθεσή μας βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, να ζήσουμε ελεύθεροι ή δούλοι, και μάλιστα δούλοι που τους έπιασαν να δραπετεύουν· γι᾽ αυτό τώρα, αν δεχτείτε εσείς ν᾽ ανεχθείτε ταλαιπωρίες, για κάποιο διάστημα θα έχετε βάσανα, θα μπορέσετε όμως νικώντας τους εχθρούς να μείνετε ελεύθεροι· αν όμως το ρίξετε στη νωθρότητα και την απειθαρχία, δεν τρέφω για σας καμιά ελπίδα ότι δε θα τιμωρηθείτε απ᾽ το βασιλιά για την επανάσταση που σηκώσατε. 

[6.11.3] Αλλά πεισθείτε στα λόγια μου κι εμπιστευθείτε την τύχη σας σε μένα· και, φτάνει οι θεοί να δώσουν στον καθένα το δίκιο του, σας υπόσχομαι πως οι εχθροί ή δε θα δώσουν μάχη ή, αν δώσουν, θ᾽ αποδειχτούν πολύ κατώτεροι».
[6.12.1] Τ᾽ άκουσαν αυτά οι Ίωνες κι απόθεσαν την τύχη τους στα χέρια του Διονυσίου. Κι αυτός, καθημερινά, έβγαζε στ᾽ ανοιχτά τα καράβια σε μια γραμμή το ένα πίσω απ᾽ το άλλο, κι αφού πρώτα εξασκούσε τους κωπηλάτες να κάνουν να γλιστρά το καράβι τους ανάμεσα από τα άλλα, κι έβαζε τους πολεμιστές που ήταν στο κατάστρωμα ν᾽ αρματωθούν, ύστερα, την υπόλοιπη μέρα, κρατούσε τα καράβια στις άγκυρες, κι έτσι ολημερίς ξεθέωνε τους Ίωνες. 

[6.12.2] Λοιπόν, ώς και την έβδομη μέρα τον άκουαν κι εκτελούσαν τις διαταγές του, την επόμενη όμως οι Ίωνες, άνθρωποι άμαθοι σε τέτοιο κάματο κι εξαντλημένοι από τις ταλαιπωρίες και τον ήλιο, είπαν ανάμεσά τους τα εξής: 

[6.12.3] «Ποιανού θεού το θέλημα πατήσαμε και τραβούμε των παθών μας τον τάραχο; που χάσαμε τα λογικά μας και σαλπάραμε απ᾽ το λιμάνι της φρόνησης κι αποθέσαμε την τύχη μας στα χέρια ενός ανθρώπου από τη Φώκαια, ξιπασμένου, που η συμμετοχή του είναι τρία καράβια, και καθόμαστε να κλαίμε τη μοίρα μας· κι αυτός, αφού μας έβαλε στο χέρι, μας βγάζει την ψυχή με καψόνια που δεν παίρνουν γιατρειά· και νά που πολλοί ανάμεσά μας κείτονται άρρωστοι, κι όπου να ᾽ναι κι άλλοι θα πάθουν τα ίδια. Μπροστά σ᾽ αυτές τις συμφορές προτιμότερο και να μας βρει οποιοδήποτε άλλο κακό και να μας πλακώσει η σκλαβιά που μας περιμένει· ό,τι λογής κι αν είναι αυτή, θα ᾽ναι καλύτερα παρά να ᾽μαστε στριμωγμένοι όπως τώρα. Εμπρός, τέρμα η υπακοή μας σ᾽ αυτόν». 

[6.12.4] Αυτά είπαν κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτά κανένας πια δεν ήταν πρόθυμος να τον υπακούσει· και σα να ᾽ταν πεζικό που στρατοπέδευε, έστησαν σκηνές στο νησί και κυνηγούσαν τη σκιά κι αρνιόνταν να μπουν στα καράβια και να ξαναρχίσουν τα γυμνάσια.
[6.13.1] Όταν οι στρατηγοί των Σαμίων είδαν αυτά τα καμώματα των Ιώνων, τότε λοιπόν έκαναν δεκτές τις προτάσεις που τους έστειλε ο Αιάκης, καταπώς τον υποχρέωναν οι Πέρσες, ζητώντας τους να εγκαταλείψουν τη συμμαχία των Ιώνων· και τις έκαναν δεκτές οι Σάμιοι, από τη μια επειδή έβλεπαν να βασιλεύει μεγάλη αναρχία στους Ίωνες κι από την άλλη πως τους ήταν αδύνατο να νικήσουν τη δύναμη του βασιλιά, ξέροντας πολύ καλά πως, κι αν ακόμη το ναυτικό του που ήταν εκεί νικηθεί, θα εμφανιστεί μπροστά τους άλλο, πενταπλάσιο. 

[6.13.2]Πιάστηκαν λοιπόν απ᾽ αυτή την πρόφαση, αφού είδαν τους Ίωνες ν᾽ αρνούνται να κάνουν το καθήκον τους και πίστεψαν πως θα βγουν κερδισμένοι με το να σώσουν και τους ναούς και τα σπιτικά τους. Κι ο Αιάκης αυτός, από τον οποίο δέχτηκαν τις προτάσεις, ήταν γιος του Συλοσώντα, του γιου του Αιάκη· κι ήταν τύραννος της Σάμου, όταν καθαιρέθηκε από την εξουσία από τον Αρισταγόρα το Μιλήσιο, όπως και οι άλλοι τύραννοι της Ιωνίας.
[6.14.1] Τότε λοιπόν, όταν οι Φοίνικες επιτέθηκαν με τα καράβια τους, και οι Ίωνες απ᾽ τη μεριά τους έβγαλαν τα καράβια τους στ᾽ ανοιχτά, σε μια γραμμή το ένα πίσω από το άλλο. Κι απ᾽ την ώρα που βρέθηκαν δίπλα δίπλα και συγκρούστηκαν, αποκεί και πέρα δεν μπορώ να γράψω με βεβαιότητα ποιοί από τους Ίωνες αναδείχτηκαν αντρειωμένοι ή δειλοί σ᾽ αυτή τη ναυμαχία· γιατί ρίχνουν το φταίξιμο ο ένας στον άλλο. [6.14.2] Εκείνο που λέγεται είναι πως οι Σάμιοι, όπως είχαν συνεννοηθεί με τον Αιάκη, σήκωσαν τότε πανιά κι αποχώρησαν από την παράταξη για τη Σάμο, εκτός από έντεκα καράβια. Αυτών οι τριήραρχοι έμειναν στη θέση τους και ναυμάχησαν παρακούοντας τους στρατηγούς τους· [6.14.3] και αυτούς η συμπολιτεία των Σαμίων τους τίμησε γι᾽ αυτή τους την πράξη με το να χαραχτούν τα ονόματα μαζί με τα πατρώνυμά τους σε στήλη, επειδή αναδείχτηκαν γενναίοι μαχητές. Κι η στήλη αυτή υπάρχει στην αγορά τους. Κι οι Λέσβιοι, βλέποντας τους διπλανούς τους να φεύγουν, έπραξαν όπως και οι Σάμιοι· κι οι περισσότεροι από τους Ίωνες ακολούθησαν το παράδειγμά τους.
[6.15.1] Τώρα, απ᾽ όσους έμειναν και ναυμάχησαν, το μεγαλύτερο χτύπημα το δέχτηκαν οι Χίοι, καθώς διακρίθηκαν για τα λαμπρά κατορθώματα και δεν το έβαλαν κάτω· που πρώτα πρώτα, όπως και προηγουμένως ανέφερα, παρέταξαν εκατό καράβια και πάνω στο καθένα τους σαράντα πολίτες τους, επίλεκτους πολεμιστές· [6.15.2] κι ύστερα, αν κι έβλεπαν τους περισσότερους συμμάχους τους να λιποτακτούν, δεν καταδέχτηκαν να τους μοιάσουν στη δειλία, αλλά, μένοντας στη θέση τους μόνοι μαζί με λίγους συμμάχους, ναυμαχούσαν γλιστρώντας ανάμεσα απ᾽ τα εχθρικά καράβια, ώσπου, αφού κυρίεψαν πολλά απ᾽ αυτά, έχασαν τα περισσότερα απ᾽ τα δικά τους. Λοιπόν οι Χίοι με όσα καράβια τούς απέμειναν ξέφυγαν κι έφτασαν στο νησί τους.
[6.16.1] Όμως όσων Χίων τα καράβια κινούνταν δύσκολα απ᾽ τις αβαρίες, αυτοί λοιπόν, καθώς οι εχθροί τούς καταδίωκαν, ζήτησαν καταφύγιο στη Μυκάλη. Λοιπόν εκεί τράβηξαν έξω, στη στεριά, τα καράβια τους και τα άφησαν όπως ήταν, κι οι ίδιοι τους πεζοί προχώρησαν μέσ᾽ από τη στεριά. [6.16.2] Κι όταν συνεχίζοντας την πορεία τους οι Χίοι πάτησαν το έδαφος της Εφέσου —ήταν νύχτα όταν έφτασαν εκεί και σ᾽ εκείνο το μέρος γιόρταζαν οι γυναίκες τα Θεσμοφόρια—, τότε λοιπόν οι Εφέσιοι, καθώς δεν είχαν ακούσει προηγουμένως τις περιπέτειες των Χίων και είδαν στρατό να έχει κάνει εισβολή στη χώρα τους, τους πήραν στα σίγουρα για ληστές που ρίχνονταν στις γυναίκες τους, εξόρμησαν πανστρατιά για να τις προστατέψουν και σκότωναν τους Χίους. Αυτούς λοιπόν αυτή η τύχη τους περίμενε.
[6.17.1] Κι ο Διονύσιος από τη Φώκαια, όταν έμαθε την πανωλεθρία των Ιώνων, έχοντας κυριέψει τρία εχθρικά καράβια, έβαλε πλώρη —όχι βέβαια πια για τη Φώκαια, αφού ήξερε πολύ καλά πως η πόλη θα πέσει σε σκλαβιά μαζί με την υπόλοιπη Ιωνία—, αντίθετα, έτσι όπως βρέθηκε, κατευθείαν αρμένιζε για τη Φοινίκη· εκεί καταβύθισε φορτηγά πλοία και πήρε πλούσια λεία, κι ύστερα έβαλε πλώρη για τη Σικελία· κι έχοντας εκεί το ορμητήριό του για καιρό επιδιδόταν στην πειρατεία — κανέναν Έλληνα δεν κούρσευε, μόνο Καρχηδονίους και Τυρρηνούς.

[6.18.1] Και οι Πέρσες, αφού νίκησαν στη ναυμαχία τους Ίωνες, πολιορκούσαν τη Μίλητο από στεριά και θάλασσα, σκάβοντας λαγούμια κάτω απ᾽ τα τείχη και βάζοντας σ᾽ ενέργεια κάθε λογής τεχνάσματα· λοιπόν την κυρίεψαν κατά κράτος τον έκτο χρόνο από την επανάσταση του Αρισταγόρα· κι έκαναν ανδράποδα τους κατοίκους της, έτσι που να βγει αληθινός ο χρησμός που δόθηκε στους Μιλησίους για τη συμφορά.
[6.19.1] Δηλαδή, όταν οι Αργείοι ζητούσαν χρησμό στους Δελφούς για τη σωτηρία της πόλης τους, δόθηκε χρησμός κοινός, που το ένα μέρος του αφορούσε στους ίδιους τους Αργείους, αλλά ως προσθήκη δόθηκε χρησμός και στους Μιλησίους. [6.19.2] Λοιπόν, το μέρος που αφορά στους Αργείους, όταν φτάσω στο σχετικό σημείο της εξιστόρησής μου, τότε θα το αναφέρω. Τώρα, ο χρησμός που δόθηκε στους Μιλησίους, που δεν ήταν παρόντες, είναι ο εξής:
Και τότε, πρωτομάστορα κάθε κακούργας πράξης,
Μίλητε, θενά γίνεις
το φαγοπότι για πολλούς και δώρα που θαμπώνουν·
και μακρυμάλληδων πολλών θα πλένουνε τα πόδια
της Μίλητος γυναίκες·
κι όσο για το μαντείο μου στα Δίδυμα, σε άλλους
περνά να το φροντίζουν.
[6.19.3] Αυτές λοιπόν οι συμφορές έπεσαν τότε στους Μιλησίους, αφού οι περισσότεροι άντρες θανατώνονταν από τους Πέρσες που είναι μακρυμάλληδες, κι οι γυναίκες και τα παιδιά τους πουλήθηκαν κι έγιναν σκλάβοι, και το λατρευτικό κέντρο στα Δίδυμα, ο ναός και το μαντείο, συλήθηκαν και παραδόθηκαν στις φλόγες. Κι όσο για τους θησαυρούς που φυλάγονταν στο ναό, τους ανέφερα αλλού σε πολλά σημεία της εξιστόρησής μου.
[6.20.1] Αποκεί και πέρα, όσοι Μιλήσιοι πιάστηκαν ζωντανοί οδηγήθηκαν στα Σούσα. Λοιπόν, ο βασιλιάς Δαρείος, χωρίς να τους κάνει κανένα άλλο κακό, τους εγκατέστησε στην παραλία της λεγόμενης Ερυθράς θάλασσας, στην πόλη Άμπη, που στην περιοχή της ο ποταμός Τίγρης, προσπερνώντας τη, χύνεται στη θάλασσα. Τώρα, από τη χώρα της Μιλήτου οι Πέρσες κράτησαν για τον εαυτό τους τα γύρω από την πόλη και την πεδιάδα, ενώ τα ορεινά τα έδωσαν να τα ορίζουν οι Κάρες της Πηδάσου.
[6.21.1] Στους Μιλησίους, που έπαθαν αυτά τα δεινά από τους Πέρσες, οι Συβαρίτες που, αποδιωγμένοι από την πόλη τους, κατοικούσαν στις πόλεις Λάο και Σκίδρο, δεν ανταπέδωσαν τα ίσα. Δηλαδή, όταν η Σύβαρη κυριεύτηκε από τους Κροτωνιάτες, όλοι οι Μιλήσιοι, από έφηβοι και πάνω, έκοψαν τα μαλλιά της κεφαλής τους και κράτησαν μεγάλο πένθος· γιατί, απ᾽ όσες πολιτείες μάς είναι γνωστές, αυτές οι δυο συνδέθηκαν με την πιο μεγάλη φιλία ανάμεσά τους. [6.21.2]Πολύ διαφορετική όμως ήταν η στάση των Αθηναίων· γιατί οι Αθηναίοι τον πολύ μεγάλο πόνο τους για την άλωση της Μιλήτου τον εκδήλωσαν και με πολλούς άλλους τρόπους αλλά προπάντων μ᾽ αυτόν: όταν ο Φρύνιχος έγραψε τραγωδία «Μιλήτου Άλωσις» και την παρουσίασε στους δραματικούς αγώνες, τα μάτια όλων των θεατών βούρκωσαν απ᾽ τα δάκρυα· και τον καταδίκασαν σε πρόστιμο χιλίων δραχμών, γιατί τους θύμισε δικές τους συμφορές, κι έβγαλαν απόφαση κανένας ποτέ να μην παρουσιάσει αυτή την τραγωδία στο θέατρο.
[6.22.1] Έτσι ορφάνεψε από Μιλησίους η Μίλητος· τώρα, όσοι από τους Σαμίους είχαν κάποια περιουσία ήταν πολύ δυσαρεστημένοι με τους στρατηγούς τους για τις διαπραγματεύσεις που έκαναν με τους Πέρσες και, σε σύσκεψη αμέσως μετά τη ναυμαχία, αποφάσισαν, προτού φτάσει στη χώρα τους ο τύραννος Αιάκης, να σηκωθούν και να παν με τα καράβια τους να χτίσουν αποικία και να μη μείνουν για να ζουν δούλοι και των Περσών και του Αιάκη. [6.22.2] Γιατί ακριβώς αυτό τον καιρό οι κάτοικοι της Ζάγκλης της Σικελίας στέλνοντας αγγελιοφόρους στην Ιωνία προσκαλούσαν τους Ίωνες για την Καλή ακτή, θέλοντας να ιδρύσουν πόλη των Ιώνων σ᾽ αυτή την περιοχή· και η περιοχή αυτή που λέγεται Καλή ακτή κι ανήκει στους Σικελούς, βρίσκεται στο μέρος της Σικελίας που βλέπει προς την Τυρρηνία. Λοιπόν, ύστερ᾽ από την πρόσκληση των Ζαγκλαίων, μονάχα οι Σάμιοι από τους Ίωνες κίνησαν για αποικισμό, και μαζί τους όσοι Μιλήσιοι γλίτωσαν φεύγοντας απ᾽ την πόλη τους.

ΒΙΒΛΙΟ Ζ: ΕΡΑΤΩ

Πηγή: http://www.greek-language.gr/


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Αιώνια απραξία

Πόσο ταλαίπωρο να είσαι άεργος!
Του φαίνονται οι στιγμές ατελείωτες.
Σαν αιωνόβιο δέντρο σε μια έρημο.
Στέκει ατενίζοντας το τίποτα.
Χρόνια πολλά, γεμάτα με κενό.
Που τις ώρες θα νόμιζε άπειρες,
σαν της ερήμου τους κόκκους άμμου.

Μα όταν τα φύλλα πια ξεράθηκαν,
ο χρόνος αυτός ο ατελείωτος,
σαν μια στιγμή του φάνηκε.
Σαν αεράκι της στιγμής,
που φύσηξε και πέρασε.
Κι όλες οι ώρες, οι αμέτρητες,
έγιναν σταγόνα ύδατος...
που την κατάπιε η άμμος.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Αφήστε μας

Όχι, δεν θα ξανα-παρουμε την Τροία!
Δεν θα φιλοξενησουμε ποτέ τον Πάρη.
Δεν θα έχουμε άλλο Αγαμέμνωνα για βασιλιά.
Δεν θα επιτρέψουμε στον Καλχα να εξηγήσει τον χρησμό.
Διαλύσαμε πλέον τα πλοία μας,
φτιάξαμε καλύβια δίπλα στα αρχαία μας.
Όμως αφήστε ήρεμη την εστία μας.

Όχι, δεν θα ξανα-φέρουμε νέα πολιτεύματα!
Δεν θα δώσουμε πια δύναμη στο λαό.
Δεν θα αναγάγουμε τον ιδιώτη σε πολίτη.
Δεν θα μορφώσουμε ξανά πολίτες σε θέατρα και ωδεία.
Πέρασαν αυτές οι εποχές,
τώρα ζούμε την εποχή του ρευστού.
Όμως αφήστε μας να φιλοσοφήσουμε τα πράγματα.

Όχι, δεν θα ξανα-χτίσουμε Παρθενώνες!
Δεν θα δώσουμε άλλο χρησμό απ'τους Δελφούς.
Δεν θα μιλήσουμε με τους Ολυμπιους.
Δεν θα υμνήσουμε την Κύπριδα.
Έχουμε τώρα τους ίδιους Αγίους Τόπους και Θεό.
Όμως αφήστε μας να Τον ψάλλουμε στη γλώσσα μας.

Όχι, δεν θα ξανα-πάμε μισθοφόροι στον Κύρο!
Δεν επικρατήσουμε των στρατιωτών του Μεγάλου Βασιλέα.
Δεν θα βρούμε τη θάλασσα πέρα απ'τα βουνά της Περσίας.
Δεν θα το ιστορήσουμε για τις επόμενες γενιές.
Πάει καιρός που θάψαμε το σπαθί κάτω απ'τον ογκόλιθο .
Όμως αφήστε μας να να κρατήσουμε το στυλό.

Όχι, δεν θα ελευθερώσουμε τις πατρίδες μας!
Δεν θα μας ενώσει κανένας στρατηλατης.
Δεν θα ξυπνήσει κανένας βασιλιάς.
Δεν θα ακολουθησουμε κανένα ηγέτη για χάρη της πατρίδας.
Πάει καιρός που αντί για στρατηγική κάνουμε πολιτική.
Όμως αφήστε μας να νιώθουμε Έλληνες.


Ασκητική

Απ'την αρχή της λειτουργιάς
μια δαιμονική σκέψη του 'καιγε το μυαλό:
- Τι να συμβαίνει όταν πολλοί τέτοιοι εκκλησιάζονται συνάμα;

Ο πνευματικός του, το 'πε καθαρά:
"Σε κάθε αμετανόητο, υπάρχει ένας μικρός διάβολος.
Ο μόνος τρόπος να διωχθεί, είναι η μεταμέλεια και η πραγματική μετάνοια."

Μα ήξερε πως λίγοι είναι αυτοί που πραγματικά μετανοούν.
Ελάχιστοι οι αληθινά μεταμελημένοι...

- Τι να συμβαίνει όταν πολλοί τέτοιοι συναθροίζονται;

Αφού δεν μετανοούν πραγματικά,
κάθ' ένας φέρει μαζί του, μέσα του, ένα μικρό διάβολο.
Όπου πολλοί αμετανόητοι, πολλοί οι μικροί διαβόλοι.

- Τι να συμβαίνει όταν πολλοί τέτοιοι συγκεντρώνονται;

Και τότε, το καλογεροπαίδι, το είδε καθαρά:
- Όπου πολλοί αμετανόητοι, υπάρχει ο Διάβολος!
- Όπου κόσμος πολλής, ο Σατανάς!

Και έτρεξε έξω από την εκκλησιά.
Έτρεξε μακρυά απ' την πανήγυρη.
Έτρεξε, ωσότου δεν άκουγε ψυχή.

Καταϊδρωμένος... γονάτισε,
έσκυψε στη γη,
έγινε ένα με τις μεγάλες πέτρες.

Ύστερα,
ανασηκώθηκε,
τρίς έκανε το σταυρό του,
και...
μετανόησε!

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Δρυὸς πεσούσης

"δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται"
- Μενάδρου Γνῶμαι μονόστιχοι (123)

Ο δρυς στην αυλή, έπεσε αδόκητα!

Οι νοικοκυραίοι σάστισαν,
έριξαν το βλέμμα χαμηλά.
Μέχρι ωσότου να συνέλθουν,
το κακό ολοκληρώθηκε.

Τον κορμό πήρε ο τάδε,
τα χοντρά κλωνιά ο δείνας,
στην αυλή έμειναν τα χαμόκλαδα.

Μετά από χρόνια,
οι νοικοκυραίοι, ηλιοκαμένοι, αποδήμησαν.
Μετά από πολλά χρόνια,
οι γιοί, συνήθισαν χωρίς τη δροσιά του.
Μετά από δεκάδες χρόνια,
τα εγγόνια, αποδέχθηκαν την απουσία του.

Μα όσοι ξυλεύτηκαν,
ζήτησαν εν καιρώ και τα ρέστα!

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Λωτοφάγοι

"ἔνθεν δ᾽ ἐννῆμαρ φερόμην ὀλοοῖς ἀνέμοισινπόντον ἐπ᾽ ἰχθυόεντα· 
ἀτὰρ δεκάτῃ ἐπέβημεν γαίης Λωτοφάγων, οἵ τ᾽ ἄνθινον εἶδαρ ἔδουσιν.
ἔνθα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου βῆμεν καὶ ἀφυσσάμεθ᾽ ὕδωρ, αἶψα δὲ δεῖπνον ἕλοντο θοῇς παρὰ νηυσὶν ἑταῖροι.
αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιό τ᾽ ἐπασσάμεθ᾽ ἠδὲ ποτῆτος, δὴ τοτ᾽ ἐγὼν ἑτάρους προΐειν πεύθεσθαι ἰόντας,
οἵ τινες ἀνέρες εἶεν ἐπὶ χθονὶ σῖτον ἔδοντες ἄνδρε δύω κρίνας,

τρίτατον κήρυχ᾽ ἅμ᾽ ὀπάσσας. οἱ δ᾽ αἶψ᾽ οἰχόμενοι μίγεν ἀνδράσι Λωτοφάγοισιν·
οὐδ᾽ ἄρα Λωτοφάγοι μήδονθ᾽ ἑτάροισιν ὄλεθρον ἡμετέροις, ἀλλά σφι δόσαν λωτοῖο πάσασθαι.
τῶν δ᾽ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν, οὐκέτ᾽ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι, 

ἀλλ᾽ αὐτοῦ βούλοντο μετ᾽ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.
τοὺς μὲν ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἄγον κλαίοντας ἀνάγκῃ, νηυσὶ δ᾽ ἐνὶ γλαφυρῇσιν ὑπὸ ζυγὰ δῆσα ἐρύσσας.
αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κελόμην ἐρίηρας ἑταίρουςσπερχομένους νηῶν ἐπιβαινέμεν ὠκειάων,
μή πώς τις λωτοῖο φαγὼν νόστοιο λάθηται.
οἱ δ᾽ αἶψ᾽ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι καθῖζον, ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς."

- Ὁμήρου Ὀδύσσεια, Ραψωδία Ι §83-§99

Οι ιθαγενείς είχαν τις δικές τους συνήθειες.
Είχαν ορισμένους τους ρυθμούς.
Πάντα με ένα πλατύ χαμόγελο,
πάντα με αφοσίωση στα κοινά,
πάντα με πίστη στη Μητέρα.

Οι ξένοι, προσεκτικά, ζύγωσαν στην εκκλησία του Δήμου.
Ο πρωθιερέας είδε το φόβο στα βαθουλωμένα μάτια τους,
κατάλαβε ότι καιρό παράδερναν στα κύματα,
ένιωσε τη δίψα τους να αράξουν κάπου απάνεμα.

Οι ιθαγενείς άνοιξαν τα χέρια και ήταν γεμάτα άνθια.
Οι ξένοι έγιναν δεχτοί σαν ομογάλακτοι,
τους υποσχέθηκαν γη και ύδωρ και αγάπη.
Ένιωσαν ότι βρέθηκαν πια εκεί που ανήκουν,
και έριξαν τις άμυνες, άφησαν στα πλοία τις έγνοιες.

Αβίαστα κάθισαν στο εορταστικό τραπέζι,
εύκολα μυήθηκαν στους ρυθμούς των ιθαγενών,
ελεύθερα γεύτηκαν του λωτού τη σάρκα.

Η φωνή του Οδυσσέα δεν τους άγγιζε.
Τα μέλη δεν έπαιρναν πλέον εντολές απ'την κεφαλή.

Και έγιναν οι ναύτες Λωτοφάγοι,
άλλαξαν πλέον τους ρυθμούς,
έστρεψαν αλλού την αφοσίωση,
έχασαν επαφή με το κεφάλι.

Ώσπου, με βία τους έσυραν στα πλοία,
τα χέρια τους έδεσαν σφικτά στα κουπιά,
και βρέθηκαν πάλι στη γαλάζια θάλασσα,
με τον παλιό τους βασιλιά και ρότα την Ιθάκη.