Στους αδύναμους στέκονται σιμά και θυμώνουν τους ισχυρούς.
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
Τιτάνια φύση
Στους αδύναμους στέκονται σιμά και θυμώνουν τους ισχυρούς.
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012
Σκοπός
- Λακωνία
Η ασπίδα, φαρδιά, τον κάλυπτε σαν πέπλο.
Έκλεινε τα μάτια...
Μάταια κυνηγούσε το όνειρο,
ο εφιάλτης έβλαπτε τον νήδυμο ύπνο.
Η ασπίδα, γυαλισμένη, τον προστάτευε σαν όστρακο.
Κρατούσε ανοιχτά τα μάτια...
Το όνειρο του χανόταν,
τον Εφιάλτη έψαχνε να δει κατάματα.
Η ασπίδα, κοίλη, τον μετέφερε σαν βάρκα.
Σφάλισε πια τα μάτια...
Το όνειρο έγινε ποταμός.
Ο Εφιάλτης κέρδισε, νόμισε.
Ο Ξέρξης νίκησε, νόμισε.
Μα είναι φορές που μόνο με μάτια σφαλιστά πετυχαίνεις τον στόχο.
Τρίτη 12 Ιουνίου 2012
Ξεκουτιάναμε....
και τα σπίτια γεμάτα Κουτιά.
Το μελάνι στέγνωσε στα τυπογραφεία,
τα βιβλία ανακυκλώθηκαν,
τα κουτιά... κοσμούν πλέον τα ράφια.
Και είναι η σοφία πλέον στον αέρα
και όχι σε αράδες τυπωμένες.
Και έχει η Σοφία πλέον μορφή
και η μόρφωση είναι μηδέν και ένα.
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
ὑπὸ σκιῇ
τὸν ἥλιον ὑπὸ τοῦ πλήθεος τῶν ὀιστῶν ἀποκρύπτουσι·
τοσοῦτο πλῆθος αὐτῶν εἶναι.
τὸν δὲ οὐκ ἐκπλαγέντα τούτοισι
εἰπεῖν ἐν ἀλογίῃ ποιεύμενον τὸ Μήδων πλῆθος,
ὡς πάντα σφι ἀγαθὰ ὁ Τρηχίνιος ξεῖνος ἀγγέλλοι,
εἰ ἀποκρυπτόντων τῶν Μήδων τὸν ἥλιον
ὑπὸ σκιῇ ἔσοιτο πρὸς αὐτοὺς ἡ μάχη καὶ οὐκ ἐν ἡλίῳ."
ένα άλσος από δόρατα που απειλούσαν τον ουρανό,
ένα ποτάμι λάβας από κόκκινους μανδύες,
ένας λόχος από ψυχές που αψηφούσαν τον θάνατο.
Και μπροστά, ένας λέοντας, Ηρακλείδης, αρχηγός αντρόκαρδων.
Απέναντι, το απέραντο δάσος των εχθρών.
Ο δράκος που στράγγιζε λίμνες και
ρουφούσε ποταμούς στο πέρασμα του.
Στρατιώτες απλωμένοι παντού σαν θάλασσα.
Λογής λογής στρατοί, αμέτρητοι σαν τα αστέρια της αφέγγαρης νύχτας.
Φίδι στρατού που κουλουριάστηκε με το κεφάλι μπροστά έτοιμο για επίθεση.
Ο Εφιάλτης μιλούσε στους συμμάχους:
"Έρχεται ο Βασιλιάς όλων των εθνών,
μαζί του, όλου του κόσμου οι στρατοί. Και οι αθάνατοι φρουροί του.
Τέτοιο στρατό δεν ξαναείδε ποτέ η οικουμένη,
το πλήθος του τέτοιο, που αν ρίξουν τα βέλη τους θα σκεπάσουν τον ήλιο."
Με περίσσια σκέψη άκουγαν οι πολλοί,
ώσπου ατάραχος ο Διηνέκης, με μια κουβέντα του, έδιωξε το φόβο.
Με ένα στίχο άλλαξε την αγωνία σε γέλιο.
Με λίγες λέξεις φύσηξε θάρρος στις ψυχές των αντρών.
"Θα είναι η μάχη μας υπό σκιά και όχι στον ήλιο!"
Λακωνικός στο ανάστημα και στο ανάρρημα.
Με κοφτερό σπαθί αλλά και νου,
πολεμιστής και φιλόσοφος: Σπαρτιάτης.
Λίγες λέξεις ταιριαστά ενωμένες, πολλά νοήματα.
"Εάν οι Μήδοι σκεπάσουν τον ήλιο, θα είναι η μάχη μας υπό σκιά!"
Με την προσήκουσα ειρωνεία,
με ένα παιγνίδι των λέξεων,
με ένα μειδίαμα,
είπε τα πάντα!
Ο Εφιάλτης έσκυψε το κεφάλι,
σιωπηλός τράβηξε κατά τους Πέρσες.
Νικημένος στα λόγια, ηττημένος στη ψυχή,
πήγε να δώσει λόγο και να λάβει τα αργύρια.
Παρασκευή 25 Μαΐου 2012
Ευριπίδης Αθηναίος
και στα λατομεία της Σικελίας.
Tου άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Eίδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια·
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)
Τρίτη 15 Μαΐου 2012
Σαν βραδιάζει
Όσο ο ήλιος ψηλά την πορεία του ακολουθεί
και οι ζωντανοί μηχανικά πορεύονται,
το πνεύμα σου αδρανεί.
Μα σαν βασιλέψει το μέγα άστρο,
απ' τους ατμούς της θάλασσας γεννιέσαι πάλι
ετοιμοπόλεμος,
Σπαρτιάτης, αρχηγός, αυτόνομος.
Για 'σένα δεν πέρασαν τα χρόνια!
Οι Μηδοι θέλουν να διαβούν τις Πύλες,
και κάθε βράδυ στην έγνοια σου έχεις πατρίδα και οικογένεια.
Σίσυφος του καθήκοντος,
το πνεύμα σου καθεβραδύς στις επάλξεις.
Θέλει να φράξει την Ανοπαία ατραπό,
να διώξει του Πέρση τους Αθανάτους.
Για σένα δεν πέρασαν τα χρόνια.
Η νόησης σου γυροφέρνει στα χρόνια του αγώνα.
Σαν οι ζώντες αναπαύονται απ'τις αυτόματες τροχιές τους,
το πνεύμα σου ανεβαίνει ξανά το βουνό,
κι ας είσαι παρά σκιά του βασιλιά,
κι ας είναι σίγουρο πως ο ογκόλιθος δεν θα φτάσει ποτέ στην κορυφή,
κουρασμένος μεν, παραμένεις πιστός στα αρχαία ιδανικά...
...και κάθε βράδυ, στην έγνοια σου έχεις πατρίδα και οικογένεια.
Σάββατο 21 Απριλίου 2012
Ποιητική
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
Τετάρτη 18 Απριλίου 2012
Είς οιωνός άριστος
"ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται."
Δεν πίστεψες το χρησμό,
ήξερες τα καμώματα της Πυθίας,
ήξερες των ιερέων την τρανή την πίστη... στο χρυσό.
Ούτε στους Κορνεάτες έδωσες αυτί,
σαν είναι ο Πέρσης στο Βορρά, τι τα θέλεις τα τρεχαλητά;
Ούτε ο Θεός θα τα 'θελε.
Κάτω από το γέρο δρυ, στον Δία μίλησες,
τη φωνή Του να μην αλλοιώνουν του μαντείου οι κούφιοι τοίχοι.
Κάτω από τ' άστρα, άφωνος,
ζήτησες απ'την Γοργώ το στερνό συγνώμη,
τον πόνο σας άλλος να μην γνωρίσει.
Η Πόλις δεν ήταν μπορετό ν' ακούσει.
Μες τις γιορτές και τ' αγωνίσματα δεν είχε χρόνο για λόγους του πολέμου.
Σε αυτούς, χρησμό θα έστελνες σαν θα γινόσουν ισόθεος,
υπογραμμένον με το αίμα σου,
αντηχώντας την πανάρχαια ρήση,
αρχηγών που δεν δείλιασαν μπροστά στο θάνατο:
Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης.
Παρασκευή 13 Απριλίου 2012
Η τελική ξεκουραση
-"Θέλεις να κοιμηθείς για πάντα;"
-"Όχι ακόμη..." άργησε λίγο να απαντήσει.
Δεν συνέχισε, βουβάθηκε.
Αστραπόβροντα οι σκέψεις!
Αγωνίες, θέλω, πρέπει, και υπεράνω όλων οι μεγάλες αγάπες και το καθήκον σ' αυτές.
Δεν συνέχισε, βουβάθηκε...
Οι έγνοιες των μεγάλων δεν είναι για τρυφερές ψυχές.
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
Θερμοπύλες
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι,
κι όταν είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984
Σάββατο 7 Απριλίου 2012
Βασιλιάς Λεωνίδας
"Ω ξείν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι"
Μόνο ξένοι θα περάσουν από εκεί,
Σπαρτιάτης άλλος δεν θα 'ρθεί.
Των Θερμοπυλών η λωρίδα γης χωρούσε έναν και μόνο - λέοντα,
δύσκολο ήταν να βρεις δεύτερον τέτοιον.
Τον Κάρνο λάτρευαν οι πολλοί.
Μοναχός σου επέλεξες τις Πύλες,
με τους επίλεκτους φρουρά σου.
Οι ξένοι δεν θα περάσουν από εκεί!
Τριακόσιοι άρρενες με γιούς,
Τριακόσια λιοντάρια της Σπάρτης.
Οι λοιποί έτρεχαν με τσαμπιά σταφύλι.
Ξένος θα τους αναγγείλει τα μαντάτα.
Ίσως τότε λάβουν το μήνυμα,
ίσως τότε αφήσουν το τσαμπί και πιάσουν το δόρυ,
ίσως τότε σωθεί η Σπάρτη.
Αλλά, η Γοργώ, δεν θα σε ανταμώσει ποτέ ξανά.
Τετάρτη 4 Απριλίου 2012
Προδότες και ήρωες
Κι ας είναι πολλά, μέσ' τα σπαρτά δεν ξεχωρίζουν.
Απλώνουν ρίζες, δυναμώνουν στη σκιά των αγάνων.
Τους κόβουν τη δύναμη, νοθεύουν τη σοδειά ενώ αγκαλιάζουν τα στάχυα και χορεύουν μαζί τους.
Να τα ξεχωρίσεις στο πλήθος δεν είναι εύκολο.
Θέλει μάτι που είδε τον κόκκο να πετά βλαστό και φύλλο.
Θέλει χέρι να σταχυολογήσει.
Θέλει μυαλό να θυμάται τα λόγια της μάνας, τον ιδρώτα του πατέρα, την ιστορία του παππού.
Να τα ξεχωρίσεις στο πλήθος δεν είναι εύκολο,
μα σαν είναι η χρόνια δίσεκτη, πρέπει.
Και τα Λουλούδια;
Αυτά εύκολα ξεχωρίζουν,
το χρώμα τους δεν τα αφήνει να κρυφτούν.
Χρώμα κίτρινο όπως τον ήλιο.
Χρώμα κόκκινο όπως το αίμα.
Χρώμα γαλάζιο όπως τον ουρανό.
Μου λες, γιατί μιλάς για τα ζιζάνια; Να τα ξεχωρίσεις στο πλήθος δεν είναι εύκολο.
- Μα σαν είναι η χρόνια δίσεκτη, πρέπει!
Τρίτη 3 Απριλίου 2012
Φοβᾶμαι...
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983
Μανόλης Αναγνωστάκης
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
Μαύρος Έχτορας
Και τότε ο Πολυδάμας ζύγωσε τον Έχτορα και του 'πε:«Έχτορα, πάντα εσύ στη σύναξη ζητάς να μ’ αποπαίρνεις,και που μιλώ σωστά, τι αταίριαστο πολύ ν᾿ αντιμιλήσεισε σένα του λαού ένας άνθρωπος, και συντυχιά σαν είναι,και πόλεμος· πρεπό ν᾿ αυξαίνουμε τη δύναμη σου πάντα.Όμως και τώρα την καλύτερη βουλή θα δώσω, ως ξέρω:Όχι, ας μην πάμε να χτυπήσουμε τ᾿ Αργίτικα καράβια᾿τι έτσι θαρρώ θα γένει: αν φάνηκε στ᾿ αλήθεια το σημάδιτούτο στους Τρώες, καθώς λογιάζαμε το σκάμα να διαβούμε,ένας αϊτός ψηλοπετάμενος ζερβιά μεριά απ᾿ τ᾿ ασκέρι,
κι εκράτα αιματωπό στα νύχια του θεριακωμένο φίδι,ακόμα ζωντανό, και το άφησε πριν φτάσει στην κούρνια του,και δεν κατάφερε στ᾿ αϊτόπουλα γυρνώντας να το φέρει᾿όμοια και μείς, κι αν τώρα σπάσουμε των Αχαιών τις πόρτεςκαι το τειχί με πλήθια δύναμη κι οι Αργίτες κάμουν πίσω,τον ίδιο δρόμο δε θα γύρουμε με τάξη απ᾿ τα καράβια.Περίσσιους Τρώες εκεί θ᾿ αφήσουμε, που οι Δαναοί, ζητώνταςνα διαφεντέψουν τα καράβια τους, νεκρούς θα ρίξουν κάτω.Αυτά ένας μάντης θ᾿ αποκρίνουνταν, που θα 'ξερε σημάδιανα ξεδιαλύνει και θα πίστευε στις συβουλές του ο κόσμος.»
Και τότε ο κρανοσείστης Έχτορας ταυροκοιτώντας του 'πε:
«Τα λόγια ετούτα, Πολυδάμαντα, καθόλου δε μ' αρέσουν·
κι άλλη βουλή να δώσεις δύνεσαι καλύτερη από τούτη.
Όμως αλήθεια, τούτα που 'λεγες, με τα σωστά σου αν τα 'πες,
ατοί τους οι θεοί σου σήκωσαν τα φρένα δίχως άλλο·
που θες του Δία του βροντοσκούταρου το θέλημα καθόλου
να μην ψηφήσουμε, που εσύγκλινε κι έδωσε λόγο ατός του.
Κι εσύ ζητάς στ' ανοιχτοφτέρουγα πουλιά να δώσω πίστη,
που ούτε καθόλου εγώ τα γνοιάζομαι κι ουδέ τα λογαριάζω,
δεξιά, κατά τον ήλιο αν λάμνουνε και την αυγή, ως πετούνε,
για και ζερβά, κατά το σύθολο στα δυτικά σκοτάδι.
Στου Δία μονάχα εμείς το θέλημα ν' ακούσουμε ταιριάζει,
που 'ναι τρανός, και τους αθάνατους και τους θνητούς ορίζει.
Να διαφεντεύεις την πατρίδα σου το πιο καλό σημάδι!
Όμως εσύ γιατί τον πόλεμο και τη σφαγή φοβάσαι;
Κι αν όλοι τώρα εμείς στ' Αργίτικα καράβια σκοτωθούμε
εδώ τρογύρα, εσύ το θάνατο δεν έχεις να φοβάσαι·
τι δε βαστάει σφαγή και πόλεμο καθόλου εσέ η καρδιά σου.
Μ' αν τραβηχτείς από τον πόλεμο, για εσύ για αν κι άλλον κάνεις
ν' αλλάξει γνώμη με τα λόγια σου και τραβηχτεί απ' τη μάχη,
με το κοντάρι τούτο ρίχνοντας μεμιάς θα σε σκοτώσω!»- ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ, Μ 210-250
μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή
Ξεχώριζες!
Οι φίλοι σου σε σέβονταν
(λίγοι αυτοί)
Οι οχτροί σου σε φοβούνταν
(στρατός, γαλαζοκόκκινος)
Μα ο φθόνος τους, και απ' το φόβο πιο δυνατός.
Το ήξερες, το ένιωθες...
Είδες ατός σου στα ζεβρά τον ψηλοπετάμενο αϊτό,
άφησε το ματωμένο φίδι κι έπεσε 'μπρος σου.
Ασφαλής η πρόγνωση σου: Θα πέσει η Τροία.
Δεν χαμήλωσες το βλέμμα,
μα συννέφιασε στη σκέψη των παιδιών σου.
Το σημάδι του Δία, ο αλαλαγμός του πολέμου που μεγάλωνε...
Το ένιωθες, το ήξερες!
Όμως στου Πολυδάμαντα τη φωνή, δεν έβρισκες άλλη απόκριση:
"Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρις."
Η ώρα σαν πλησίασε της αθανασίας,
τους γιους σου πάλι σκέφτηκες!
Όπως πρέπει σε μέγα εχθρό, λεοντόκαρδο, που συμφορές και λύπες σπέρνει,
σε έσυραν προς τέρψιν των δειλών.
Περιφορά μπρος σε όλους, να σε δουν... να το πιστέψουν:
Ο στήλλος - έπεσε,
ο ρωμαλέος - σέρνεται,
το φόβητρο... Θάφτηκε.
Και χάρηκαν οι οχτροί... γαλάζιοι και κόκκινοι.
Μόνο οι γιοι σου έκλαψαν...
Και (τις αφέγγαρες νύχτες) κλαίνε ακόμη.
Κυριακή 11 Μαρτίου 2012
Δεύτε λάβετε φώς
Κι όμως,
δεν έλαβαν απ' το φως σου παρά ελάχιστοι.
Σαν έπαψε η φωτιά να σου τρώει το κορμί, έσβησες απ' τη μνήμη των πολλών.
Χωρίς να εκδικηθούν το θάνατο σου, τον αποδέχτηκαν (κάποιοι ίσως με ανακούφιση).
Έμεινε μόνο η σκιά σου·
το ύψος της δεν ενοχλούσε τους νάνους.
Ο φάρος κατακρημνίστηκε·
το φως του τάραζε τους χθόνιους.
Η φωτιά που άναψες, αφέθηκε·
η θέρμη της βασάνιζε τους ψυχρόαιμους.
Η φλόγα σου δεν συνεπήρε τους πολλούς,
δεν έγινε λαίλαπα,
μόνο έμεινε η στάχτη σου, να τη σκορπίζει ο άνεμος.
Και η κοπέλα που σε περίμενε, τι έγινε;
Σίγουρα οι χθόνιοι την καταφρόνησαν, επειδή την αγάπησε ο αετός.
Σίγουρα οι νάνοι την άφησαν στην άκρη, μην τους θυμίζει το μπόι τους.
Σίγουρα την ανάγκασαν να ζήσει...
Ας είναι, έτσι το ήθελες και εσύ.
Κυριακή 4 Μαρτίου 2012
Οδός Ηρώων
ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
Δεν είχες πλέον χρόνο για ένα στερνό Αντίο.
Δεν είναι που μετάνιωσες για πράξεις και αποφάσεις,
ήσουν έτοιμος από καιρό για τη μεγάλη θυσία,
μόνος σου επέλεξες να φυλάξεις Θερμοπύλες,
γνωρίζοντας, ότι το όνειρο θα σκοτώσει ο Εφιάλτης.
Δεν σ' ένοιαζε η φωτιά, η αντάρα της μάχης, ο θάνατος.
Ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
δεν είχες πλέον χρόνο για ένα στερνό Συγνώμη.
Δεν είναι ότι θα 'κανες κάτι αλλιώς,
εκούσια βάδισες το μονοπάτι που χάραξε η μοίρα,
μονάχος έθεσες το καθήκον υπέρ εαυτόν.
Ένα μόνο πράγμα είχες στο μυαλό σου:
δεν είχες άλλο χρόνο... να της τον χαρίσεις.
3 Μαρτίου 2012
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012
Σιγή
και αφότου αγόρευε,
πικρή επιγευση έφερνε η ανασκοπιση των αληθειών του
Γιατί μέσα του το ήξερε καλά:
οι άλαλοι και οι ψυθιριστες πολλοί γύρω του,
δικτυωμένοι, δυνατοί ωσάν γίνουν ομάδα και αδίστακτοι...
με όραμα κοινό: την ηρεμία της απόλυτης ησυχίας!
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012
Πεπρωμένον
η γνώση βάρυνε την πανοπλία,
και είναι δύσκολο να σηκώνεσαι,
όλο να ορθώνεσαι,
όταν σε ρίχνουν.
Μα οι ιστορίες των βιβλίων έχουν ψυχή και σε στοιχειώνουν.
Και είναι η ιπποσύνη έμφυτη,
όσο κι αν θες, αδύνατο να την αποδιώξεις.
Είναι της μοίρας σου γραφτό,
Πάντα (μέχρι το τέλος) να κυνηγάς ανεμόμυλους.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ ΟΤΤΟ V...
Τη λέγανε Μάρθα. έσφιγγε το γιό μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου'πε: "χαίρομαι που πας να πολεμήσεις". Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ'έναν κήπο στη μέση και μ'άνθη...
...Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδυα ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμίστων
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιαστικά καμώμαματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μου χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιός είμαι; Που βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ'όνομα μου σκαλισμένο. Ποιός το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα... Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.
(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι).
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Ετικέτες
- Αγώνας 1955-1959 (1)
- Γεώργιος Σουρής (1)
- Δημήτρη Θ. Λιπέρτη (1)
- Δον Κυρχότε (33)
- Ηροδότου Ιστορίαι (5)
- Κυπριακή ποίηση (2)
- Κωνσταντίνος Καβάφης (1)
- Μανόλης Αναγνωστάκης (4)
- Νεοελληνική Ιστορία (2)
- Ομήρου Οδύσσεια (3)
- Σεφέρης Γιώργος (1)
- Τρεις αιώνες μια ζωή: Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα (2)
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2021
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2020
(1)
- ► Δεκεμβρίου (1)
-
►
2015
(2)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2014
(8)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
▼
2012
(19)
- ▼ Δεκεμβρίου (1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2009
(1)
- ► Ιανουαρίου (1)