Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ...

Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Αν κι' 'ητο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,
εμούντζωσε τον θρόνον, εμούτζωσε το στέμμα,
και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν
κι' εδίδασκε τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.

Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών
πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν,
και πότε εις χείμαρρους κι' υπό σκιάν συκής,
ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,
κι' εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά
κι' εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.

Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι' αι οπώραι
και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτόν ελάλει,
κι εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι
παγίδας να του στήνουν με τα γυμνά των κάλλη,
και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε
κι' εκείνη τον εφίλει και αυτή την εγαργάλιζε.

Όμως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη,
στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,
και πριν τον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον ένατον
και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια τους,
μ' αφρούς θυμούς και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των
και αφήσαν τον Βούδδα να κάθεται στα χάλια του.

Εγώ αυτόν τον Βούδδα, τον εκτιμώ πολύ...
τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Ν' ανθέξ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;
να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι; ...
δόξα πολλή στον Βούδδα, μα να με συγχωρήση
αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.

Γεώργιου Σουρη, Τα άπαντα: Τόμος Β' (σ. 111-112)

Δεν υπάρχουν σχόλια: